Αν δεν μπορείς να μετρήσεις, δεν μπορείς να διοικήσεις.
Στην Ελλάδα ούτε μετράμε, ούτε διοικούμε.
Ποιο είναι το αίτιο και ποιο το αιτιατό μικρή σημασία
έχει.
Η ουσία είναι πως κανένα σχέδιο δεν συνοδεύεται από μια, υποτυπώδη
έστω, μελέτη για το πώς υλοποιείται και πόσο κοστίζει.
Πάρτε για παράδειγμα την «αξιολόγηση». Είναι η καραμέλα
της μόδας.
«Θα γίνω υπουργός της αξιολόγησης», είπε, μόλις ανέλαβε,
ο Κυριάκος.
Μακάρι. Όμως για να το πετύχει, θα χρειαστεί την μακροβιότητα
του πατέρα του επί πέντε, τουλάχιστον.
Η αξιολόγηση σε όλες τις σοβαρές επιχειρήσεις δεν είναι
κάτι που το ξεκινάς σήμερα, εκ του μηδενός.
Είναι μια μόνιμη διαδικασία που συνδέεται με στόχους:
ατομικούς, ομαδικούς, εταιρικούς, με συμπεριφορές, με πρωτοβουλίες, με
δημιουργικότητα, με σχέσεις με συναδέλφους και πελάτες και με καμιά δεκαριά
ακόμα κριτήρια που θέτει κάθε εταιρεία ανάλογα με το αντικείμενό της.
Κι επειδή πάντα καιροφυλακτεί το υποκειμενικό στοιχείο,
τα συστήματα αξιολόγησης εξελίσσονται (ενσωματώνοντας και εφαρμογές της
πληροφορικής όπως π.χ. ηλεκτρονικό πρωτόκολλο) με σκοπό να δημιουργήσουν όσο το
δυνατόν περισσότερες δικλείδες ασφαλείας, ώστε το τελικό αποτέλεσμα για κάθε
εργαζόμενο, οποιασδήποτε βαθμίδας, να αποτυπώνει κατά το δυνατόν ακριβέστερα
την πραγματική του επίδοση.
Όλα αυτά, βέβαια, προϋποθέτουν ανάλογη κουλτούρα, αλλά
και επίγνωση της αυταπόδεικτης αλήθειας ότι ένας μόνιμα ακατάλληλος, ανεπαρκής
ή τεμπέλης «συνάδελφος», στην πραγματικότητα υπονομεύει την πορεία όλων.