12.11.17

Η τρομοκρατία στην εποχή της αστακομακαρονάδας…

Η τρομοκρατία λατρεύτηκε στην Ελλάδα, με έμφαση, την εποχή της αστακομακαρονάδας. Μόλις τέλειωσαν τα αντάρτικα στις ταβέρνες. Δεν είναι τέκνο της κρίσης. Είναι τέκνο της δανεικής ευδαιμονίας. Λατρεύτηκε από πολίτες όλου του πολιτικού φάσματος ειδικά βέβαια της ευρύτερης αριστεράς μιας και οι πιστολέρο καθάριζαν στο όνομα αυτής και της παγκόσμιας επανάστασης.




Είχαν τύψεις οι σύντροφοι που ήταν βουτηγμένοι μέχρι τα μπούνια μες τη «σάλτσα» και νόμιζαν ότι συγχωρούνται οι αμαρτίες τους αν δηλώσουν θαυμαστές της «ένοπλης αριστεράς». Μετά σκούπιζαν τη σάλτσα του αστακού από τα γένια τους, όχι την άλλη βέβαια. Την εποχή εκείνη που άλλοι αγνοείτε και άλλοι «ξεχνάτε» και μόνο η ιδέα ότι κάποιος μεγαλόσχημος πασόκος ήταν ο αρχηγός της οργάνωσης σκορπούσε ρίγη ενθουσιασμού και προκαλούσε πολλαπλούς οργασμούς ανά την επικράτεια…


Όταν αποκαλύφθηκε ότι το κόλπο τόχε στήσει ο μελισσοκόμος, ο "καθηγητής" (μαϊμού, ούτε καν αυθεντικός)  με τα παιδιά της παπαδιάς ξενέρωσαν βέβαια αλλά δεν μας το ‘δειξαν. Ακόμα πιστεύουν ότι και κάποιος άλλος πολύ μεγάλος υπάρχει που τη γλίτωσε.. Ολοι αυτοί δεν ήταν αφελείς να πιστεύουν ότι οι δολοφονίες  προάγουν την υπόθεση της αριστεράς. Αλλά γούσταραν. Άλλοι (πολλοί) γιατί είχαν ένα ψυχολογικό του αδικημένου που παίρνει εκδίκηση. Άλλοι γιατί δικό τους επίδομα δεν ήταν τόσο παχυλό όσο του απέναντι. Κάποιοι ως εκδίκηση για όσα είχε υποφέρει η προηγούμενη αριστερή γενιά, αυτή της ήττας του εμφυλίου. Άλλοι απλά γιατί γουστάρανε το φόνο. Ενώ ρούφαγαν τα μακαρόνια και άπλωναν πόδι στη γυναίκα του κολλητού τους κάτω από το τραπέζι.
Ποιο ήταν όμως το κυρίαρχο αλλά ανομολόγητο ελατήριο; Προβληματίστηκα επί χρόνια για αυτό που έσπρωχνε τους συμπατριώτες μου (δεξιούς, αριστερούς, κεντρώους) προς τη λαγνεία της βίας. Κατέληξα στο «πισώπλατα», στον τρόπο τον μπαμπέσικο. Ο αδύναμος αλλά αριστερός και αντισυστημικός τη στήνει του ισχυρού και συστημικού και τον καθαρίζει στο σβηστό και στη ψύχρα ενώ ο άλλος δεν το περιμένει. Αν και πανίσχυρος πιάνεται στον ύπνο. Πέναλτυ πέτσινο στο 95 και 1-0. Κουφάλες σας τη φέραμε.
Μια ανάλογη βία ενθουσιάζει τα πλήθη όταν πολλοί μαζί λυντσάρουν έναν ή μία μέσα στο σκοτάδι. Αρκεί οι πολλοί να έχουν δίκιο και ο ένας άδικο. Οι ακροαριστεροί λυντσάρουν ένα φιλελέ, ένα μπάτσο, ένα δεξιό κλπ οι ακροδεξιοί έναν Πακιστανό, ένανgay κλπ. Τι λένε οι οπαδοί τους; Καλά του κάνανε του ……… Το χρειάζονταν. Αν η ΧΑ δεν είχε βία δεν θα είχε ούτε 1%. Το χαστούκι του Κασιδιάρη στην Κανέλη τους εγκατέστησε στη βουλή. Και η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία ενισχύθηκε από την υπόρρητη πλην όμως σαφή υποδήλωση ότι προστατεύει την πολιτική βία απ’ όπου και αν προέρχεται. Και το κάνει. Και το επεκτείνει και λίγο παραπάνω μιας και οι εγκληματίες είναι κι αυτοί θύματα του καπιταλιστικού συστήματος και εν δυνάμει μπορούν να αθροιστούν στο μέτωπο της επανάστασης.   
Μην πάμε μακριά. Σε περιοχές της πατρίδας μας που έχουν παράδοση στη βεντέτα, η μπαμπέσικη βία θεωρείται ανδρεία. Τον φωνάζεις να βγει από το καφενείο να λογαριαστείτε και καθώς βγαίνει του την ανάβεις και ζήτω. Αρκεί να έχει δίκιο. Ή του τη στήνεις στο χωράφι και τον κατεβάζεις σαν μπεκάτσα.  Όχι φλώρικα πράγματα με μονομαχίες, μάρτυρες κλπ.  




Όταν ο Κοντονής λέει ότι δεν διώκεται κανείς για τις ιδέες του, αναφερόμενους στους δολοφόνους ξέρει τι λέει και ξέρει σε ποιους απευθύνεται. Η συντριπτική πλειοψηφία των ψηφοφόρων του συμφωνεί με την άποψή του. Γιατί γουστάρει τη δολοφονία. Την πολιτική πάντα. Με θύτη τον αδικημένο και θύμα τον ισχυρό. Ένας βαθιά άρρωστος λαός.
φίλη και αδελφή μας Myrsini Lionaraki  θυμάται  το αγαπητό μας σύντροφο Νικήτα, τον πατέρα της και το μάθημα Δημοκρατίας που της έδωσε
«Το μεγαλύτερο ίσως μάθημα δημοκρατίας που πήρα από τον μπαμπά μου ήταν η επιμονή του να αποφυλακιστούν μετά από κάποια χρόνια οι πρωτεργάτες της χούντας. Οι άνθρωποι που τον έκλεισαν φυλακή, οι άνθρωποι που έδωσαν τις εντολές να τον χτυπήσουν, να τον βασανίσουν, να τον πονέσουν και να τον τραυματίσουν στην ψυχή και στο σώμα με τρόπους που δεν τολμάμε ούτε να φανταστούμε.
Όταν μου το είπε πρώτη φορά τσακωθήκαμε. Του είπα ότι έχει τρελαθεί, ότι πρέπει να τους κρεμάσουμε και να χορεύουμε στους τάφους τους. Είχαμε κάποτε συναντήσει μαζί τυχαία στον δρόμο έναν βασανιστή του. Κοιτάχτηκαν σιωπηλά από μακριά και κούνησαν το κεφάλι και οι δύο. Μου το αποκάλυψε ενώ περπατούσαμε στην επόμενη γωνία και τον τραβούσα να γυρίσουμε πίσω να τον βρίσουμε (τουλάχιστον!). Χαμογελούσε συνεχίζοντας να περπατάει.
Συχνά εδώ στη γειτονιά συναντώ τον γιατρό της ΕΣΑ, τον άνθρωπο που όταν του έφερναν αιματοβαμμένους κρατούμενους, τους έδινε ασπιρίνη και εντολή να συνεχιστεί το ξύλο. Δεν ξέρω πως κρατιέμαι και δεν τον πατάω με το αυτοκίνητο. Ή μάλλον ξέρω δυστυχώς. Γιατί το μεγαλύτερο ίσως μάθημα δημοκρατίας το πήρα από τον μπαμπά μου. Με τη στάση του απέναντι σε όσους του έκαναν κακό. Αυτό το μεγαλείο, δυσκολεύομαι να το φτάσω, ούτε καν να το πλησιάσω. Αλλά αυτό είναι το μεγαλείο της δημοκρατίας.
ΥΓ: Φυσικά και εξοργίστηκα βλέποντας τον Κουφοντίνα να βγαίνει από την πόρτα της φυλακής πριν λίγο. Αν ήμουν παιδί κάποιου θύματός του, σίγουρα θα ήθελα να τον πατήσω κι αυτόν με το αυτοκίνητο. Αλλά αυτό είναι το συναίσθημα που θέλει εκδίκηση. Και όχι η δημοκρατία που ορθώς λέμε πως δεν (πρέπει να) εκδικείται.»
Ο φίλος  Nicolas Sevastakis αναζητά τον αντιδημοκρατικό εξτρεμισμό με το θαυμάσιο τρόπο που αυτός ξέρει. 
Κάποιοι αριστεροί και πολλοί φιλελεύθεροι συναντιούνται στην ιδέα πως δεν υπάρχουν πολιτικοί εγκληματίες παρά μόνο ποινικοί. Μιλώ για την καθαυτή πολιτική συζήτηση όχι για τους νομικούς χαρακτηρισμούς των πράξεων κάποιου. Αυτή όμως η απο-ιδεολογικοποίηση είναι λάθος γιατί το βαθύτερο πρόβλημα είναι ο αντιδημοκρατικός εξτρεμισμός και η ολοκληρωτική λογική της εξόντωσης του αντιπάλου εν ονόματι μιας ιδεολογικής μεταφυσικής. Μόνο λοιπόν μία ρητή αντι-ολοκληρωτική δέσμευση μπορεί να δώσει το απαραίτητο βάθος στη θέση κατά της τρομοκρατίας και κυρίως να ακυρώσει τον αντιστασιακό-αντιφασιστικό μύθο πάνω στον οποίο βρίσκει ακόμα κοινό ο Δημήτρης Κουφοντίνας.
Η θέση πως περιορίζοντας κάποιον στο ρόλο του ποινικού του χαλάμε τα σχέδια και τις προθέσεις, είναι αφελής. Γιατί πάντα η πρόσληψη του τρομοκράτη θα έχει ιδεολογικοπολιτικά συμφραζόμενα- ο κόσμος "διακρίνει'' τον τρομοκράτη από το κλεφτρόνι- ακόμα και αν ο τρομοκράτης κλέβει κι αυτός τράπεζες.
Μόνο αν γίνει συνείδηση ότι η μιλιταριστική εξτρεμιστική κουλτούρα απεχθάνεται τις ατομικές ελευθερίες και ονειρεύεται μια κοινωνία ομοφωνούντων υποταγμένων, μόνο αν συνδεθεί με την πιο πλήρη αυθαιρεσία και τον ''στρατοπεδικό'' σοσιαλισμό, μόνο τότε η πολιτική κοινότητα των δημοκρατών θα έχει επιτύχει ένα σημαντικό άλμα.
Τρία ζητούμενα λοιπόν: 1. ριζική και σκληρή κριτική σε έναν ανορθολογικό ''αντιστασιακό'' ρομαντικό μύθο που παγιδεύει, συναισθηματικά, στην ελληνική ιδεολογία.
2. αναγνώριση πως υπάρχουν ολοκληρωτικοί πολιτικοί εγκληματίες ως εχθροί της δημοκρατίας.
3. Ρητές αποστάσεις όλων των πολιτικών δυνάμεων που αναγνωρίζονται στη συνταγματική δημοκρατία από όλες τις εκδοχές ''πολιτικής βίας''. Χωρίς κοινωνιολογισμούς και συμψηφισμούς με τα σκάνδαλα των ελίτ- λες και το θέμα πρέπει να επιστρέφει πάντα στη διάκριση Δεξιάς/ Αριστεράς.
Απέναντι στους ολοκληρωτισμούς και ειδικά στις ένοπλες υποφύσεις τους (όσο περιθωριακές και αν είναι), η πολιτική κοινότητα είναι η Πολιτεία, η Republique. Το αν αυτή θα είναι ''κοινωνική'' ή ''φιλελεύθερη-αστική'' είναι άλλο ζήτημα και δεν αφορά την αντιπαράθεση με τους μιλιταριστές αριστεράς και δεξιάς.
Και ο Dimitris Sotiropoulos  επανέρχεται στο μετεμφυλιακό άγος για να ερμηνεύσει το αποκρουστικό πρόσωπο της αριστερής εξουσίας.
Η ελληνική Αριστερά συγκρότησε όλο το μετεμφυλιακό της λόγο μέσα από το τραύμα των βασάνων, της προσφυγιάς, των αποκλεισμών, των εκετελέσεων και των βασανιστηρίων των μελών της. Ο Αριστερός κομμουνιστής ήταν αποσυνάγωγος, περιθωριοποιημένος, φυλακισμένος ή εκτελεσμένος για 30 ολόκληρα χρόνια. Και αυτός ο αποκλεισμός δομούσε την πολιτική του ταυτότητα, ως μια κομμουνιστική ταυτότητα της ήττας ειδικά και μόνο στην ελληνική περίπτωση, διότι -και αυτό είναι σημαντικό- στην ανατολική Ευρώπη οι κομμουνιστές ήταν οι νικητές, όχι οι ηττημένοι. Πολιτική, λογοτεχνία, μνήμη, ημεδαπή ή της υπερωρίας, τα πάντα όλα είχαν στην περίπτωση της ελληνικής αριστεράς μια και μόνη αναφορά: την ήττα της στον εμφύλιο και τα όσα υπέστη ως ηττημένη ακριβώς αυτού του εμφυλίου.



Ανεξάρτητα από τις ευθύνες της, τα μέλη της πράγματι ξέρουν τι σημαίνει αυτό το δράμα στο προσωπικό επίπεδο. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει κάτι τέτοιο σε κάποιον που ήταν πχ για μια 10ετία στη βαθιά παρανομία ή για 40 χρόνια εξόριστος στην ΕΣΣΔ.
Κι όμως, σήμερα, ο υπ. Δικαιοσύνης Στ. Κοντονής είχε απέναντί του τη σύζυγο του θύματος της αριστερής τρομοκρατίας, δηλαδή μια γυναίκα που έχει πενθήσει τον άνδρα της που έπεσε εντελώς άδικα από τις σφαίρες ενός πολιτικού του αντιπάλου που (νόμιζε ότι) έκανε επανάσταση. Και ποια ήταν η αντίδραση εκεινου που υποτίθεται ότι είναι αριστερός ΕΞΑΙΤΙΑΣ αυτού του ιστορικού τραύματος: να αρχίσει να της ουρλιάζει από το βήμα της βουλής και να της λέει "θα έπρεπε να ντρέπεστε"...
Να ντρέπεται άραγε γιατί; Που δολοφόνησαν τον άντρα της; Που δεν είναι μέσα στην τρελή χαρά που πήρε άδεια ο δολοφόνος του;
Είναι τελικά πολύ χρήσιμο που ήρθε η Αριστερά στην εξουσία όσα βάσανα κι αν μας φόρτωσε. Διότι μπορεί επιτέλους να αποκαλυφθεί όλο το αυταρχικό και εξουσιαστικό της πρόσωπο. Και να μας επιτρέψει να φανταστούμε ίσως πως θα ασκούσε την εξουσία αν είχε κερδίσει εκείνη τον εμφύλιο...


Λεωνίδας Καστανάς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου