Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα δάσος τόσο πυκνό, που ακόμα κι οι κουκουβάγιες χρειάζονταν χάρτη για να βρουν τον δρόμο τους, βασίλευε ένα λιοντάρι που το έλεγαν Άντον.
Στα νιάτα του ήταν θεόρατος, πανύψηλος, δυνατός, και τόσο φοβερός, ώστε όταν χασμουριόταν, οι λαγοί και τα ποντίκια έκαναν τρεις μέρες να ξαναβγούν από τις τρύπες τους.
Μια μέρα, όμως, ένα δηλητηριώδες φίδι εμφανίστηκε στο δάσος. Ένα φίδι με άσχημο παρελθόν, γνωστό για την αφιλία, και την αγνωμοσύνη του.
Ήταν τόσο επικίνδυνο, που τα ζώα έπαψαν να κυκλοφορούν.
Τα φοβισμένα πουλιά πετούσαν μόνο πάνω από τα δέντρα, οι σκαντζόχοιροι κυκλοφορούσαν με… κράνη, και οι αλεπούδες έκαναν πως δεν είχαν ακούσει τίποτα, κρυμμένες ολημερίς στις φωλιές τους.
Ο Άντον κατάλαβε πως κάποιος έπρεπε να κάνει κάτι.
Και το έκανε.
Έφαγε το φίδι.
Όχι επειδή πεινούσε. Ήταν χορτάτος…
Το έκανε όμως, για να σώσει το δάσος, και τα ζώα του.
Και εκείνα τον αποθέωσαν...









