Ο άδικος χαμός του Μαζωνάκη αποκάλυψε μια σύγκρουση μεταξύ δυο Ελλάδων
Η μια Ελλάδα της απάθειας, της απολιτίκ νεολαίας, της απαίδευτης μάζας, της κοινωνίας εν υπνώσει, και της κυρίαρχης κουλτούρας της νύχτας και των καψουροτράγουδων, εναντίον της άλλης Ελλάδας των θεσμοθετημένων απατεώνων, της ιδιοτελούς κερδοσκοπίας, των διάφορων σκιτζίδων που πουλάνε πανάκριβα φύκια για μεταξωτές κορδέλες, και της κυβερνητικής «αριστείας»…
Και στη μέση τα κανάλια, με τους καλοπληρωμένους κήνσορές τους, που πάντα πέφτουν από τα σύννεφα… και πάντα κατόπιν εορτής!
Υπάρχει δηλαδή ένας θάνατος που συγκλονίζει.
Και υπάρχει μια χώρα που, αντί να συγκλονιστεί, συγκινείται για λίγο, και ύστερα συνεχίζει να αιωρείται πάνω από το κενό…
Αυτό είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της σημερινής Ελλάδας. Όλα είναι ένα ποστ, ένα τηλεοπτικό πάνελ, και ένα δελτίο ειδήσεων.
Ο θάνατος του Μαζωνάκη άνοιξε ξανά όλες τις γνώριμες πόρτες. Της νύχτας, της τηλεόρασης, της δημοσιότητας, της ιατρικής ευθύνης, της αγανάκτησης.
Και μαζί αποκάλυψε κάτι πολύ βαθύτερο, μια κοινωνία που έχει μάθει να καταναλώνει σαν ποπ κορν ακόμη και την τραγωδία της.
Σήμερα πενθούμε.
Αύριο απαιτούμε δικαιοσύνη.
Μεθαύριο έχουμε ήδη αλλάξει θέμα…
Και κάπου ανάμεσα, οι τηλεοπτικοί μαϊντανοί αναλαμβάνουν να μας εξηγήσουν ποιος είναι ο άγιος, ποιος ο ένοχος, και ποιος ο κακός της ημέρας, ανάλογα με το τι τους βολεύει
Αυτό όμως δεν είναι ενημέρωση.
Είναι τηλεοπτική παρηγοριά για έναν λαό που έχει πάψει να απαιτεί πολιτική απάντηση στα πολιτικά του προβλήματα... και απλά έχει παραδοθεί.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο τι συνέβη στον Μαζωνάκη. Αυτό θα το απαντήσουν οι αρμόδιες αρχές (λέμε τώρα)…
Το ερώτημα είναι γιατί κάθε φορά που συμβαίνει μια τραγωδία χρειάζεται πρώτα να πεθάνει κάποιος για να θυμηθούμε ότι οι θεσμοί οφείλουν να λειτουργούν.
Γιατί χρειάζεται να σκοτωθούν 57 αθώοι για να μάθουμε για τα αίσχη των ιδιωτικών σιδηροδρόμων;
Γιατί χρειάζεται ένας διάσημος νεκρός για να συζητήσουμε την ευθύνη του ιατρικού συλλόγου, ή για την κατάργηση των ελεγκτών-επιθεωρητών των ιατρών από τη κυβέρνηση των «αρίστων»;
Γιατί πρέπει να γίνει τηλεοπτικό θέμα η αυτονόητη απαίτηση για έλεγχο, κανόνες και λογοδοσία;
Και κυρίως: γιατί έχουμε μετατρέψει την πολιτική σε θέαμα, και τη Δικαιοσύνη σε τηλεοπτικό πάνελ;
Η απάντηση είναι απλή και καθόλου ευχάριστη.
Επειδή αυτό βολεύει.
Βολεύει την εξουσία να συζητάμε για πρόσωπα αντί για θεσμούς, και να πετάμε τη μπάλα στη κερκίδα την ώρα που η ακρίβεια σαρώνει, και οι Τούρκοι είναι έτοιμοι να κάνουν ντου στο Καστελόριζο.
Βολεύει τα κανάλια να πουλάνε συγκίνηση αντί για έρευνα.
Βολεύει εμάς να ψάχνουμε έναν απατεώνα για να μισήσουμε, και έναν τραγουδιστή για να τον αγιοποιήσουμε, αντί να αναρωτηθούμε ποιο σύστημα επιτρέπει σε κάθε επίδοξο «ειδικό» να μετατρέπει την ανθρώπινη αγωνία σε αγορά, και από πού και που ένας λαϊκός αοιδός με καλή φωνή οδηγεί 300.000 συνέλληνες να παρευρεθούν στη κηδεία του!
Έτσι λειτουργεί η χώρα του «δεν βαριέσαι», και του «πάμε κι όπου μας βγάλει».
Αυτή είναι η Ελλάδα του 2026. Μια χώρα που μπορεί να θρηνεί το βράδυ, να αγανακτεί το πρωί, και το μεσημέρι να έχει ήδη ξεχάσει για ποιο πράγμα αγανακτούσε…
Ο Μαζωνάκης δεν ήταν απλώς ένας τραγουδιστής. Ήταν, καλώς ή κακώς, κομμάτι της νεοελληνικής νύχτας. Και η νύχτα είναι ο καθρέφτης μιας κοινωνίας που έμαθε να διασκεδάζει για να μην σκέφτεται.
Δεν φταίνε τα μπουζούκια. Δεν φταίει το λαϊκό τραγούδι. Δεν φταίει το τσιφτετέλι.
Φταίει το ότι το τσιφτετέλι έχει γίνει πολιτική φιλοσοφία, και η «διασκέδαση» στα κωλάδικα στάση ζωής.
Όταν η κοινωνική αγανάκτηση εξαντλείται σε ένα story στο Instagram. Όταν η πολιτική συνείδηση διαρκεί όσο ένα τηλεοπτικό πάνελ.
Όταν ο πολίτης καταγγέλλει τη διαφθορά από το κινητό του και πέντε λεπτά αργότερα ψάχνει τραπέζι σε «μαγαζί» για το Σαββατόβραδο, τότε είναι που χώρα χάνει κυριολεκτικά τη μπάλα…
Αυτή είναι η μεγάλη ελληνική αντίφαση, ότι επαναστατούμε χωρίς να αλλάζουμε τίποτα.
Θρηνούμε τους νεκρούς μας, καταριόμαστε τους ενόχους, απαιτούμε «να πέσει άπλετο φως», και ύστερα γυρίζουμε στη δουλειά, στο ενοίκιο, στο TikTok, και στο πρώτο τραπέζι πίστα.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο σκληρή αλήθεια, ότι η Ελλάδα δεν κινδυνεύει μόνο από αυτούς που την κυβερνούν, από αυτούς που την εξαπατούν, ή από αυτούς που την εκμεταλλεύονται.
Κινδυνεύει και από την ικανότητά της να συνηθίζει τα πάντα, και να ασχολείται με το έλασσον αντί με το σημαντικό.
Εκεί αρχίζει και ο ρόλος της τηλεόρασης.
Οι ίδιοι μηχανισμοί που επί χρόνια μετατρέπουν την κοινωνία σε ατελείωτο reality show, ξαφνικά ανακαλύπτουν την ποιότητα.
Οι ίδιοι που εμπορεύονται το δράμα, καταγγέλλουν το δράμα.
Οι ίδιοι που χρειάζονται έναν «καλό» και έναν «κακό» για να βγει η εκπομπή, τώρα μιλούν για την ανάγκη σοβαρής ενημέρωσης.
Ο νεκρός γίνεται άγιος.
Ο γιατρός γίνεται τέρας.
Ο παρουσιαστής γίνεται δικαστής.
Και ο τηλεθεατής γίνεται ξανά… κοινό.
Η παρακμή όμως δεν έρχεται πάντα με σειρήνες.
Μερικές φορές έρχεται με σκυλάδικα στη διαπασών.
Με ένα γεμάτο από ιδρωμένες μπίμπο και τους συνοδούς τους νυχτερινό κέντρο.
Με ένα τηλεοπτικό πάνελ που ουρλιάζει.
Με μια ακόμη σέλφι, και… «γουάου, περνάμε υπέροχα»...
Τα τηλεοπτικά νούμερα θέλουν αίμα, δάκρυ, και τίτλο με κεφαλαία, για να φέρουν διαφημίσεις.
Και πίσω από όλα αυτά υπάρχει η βαθύτερη ασθένεια: μια κοινωνία που έχει εξοικειωθεί με αυτήν την παρακμή.
Ο εργαζόμενος πιέζεται; «Έτσι είναι η ζωή».
Η στέγαση γίνεται δυσβάσταχτη; «Κάπως θα τα βολέψουμε».
Η βενζίνη κινείται πλέον πάνω από τα 2 ευρώ το λίτρο πανελλαδικά; «Τι να κάνουμε;»
Η ακρίβεια τρώει τον μισθό; «Θα περάσει».
Η κυβέρνηση των «αρίστων» δίνει μάχες επικοινωνίας αντί ουσίας; «Όλοι ίδιοι είναι».
Και κάπως έτσι το «όλοι ίδιοι είναι» γίνεται το πιο βολικό άλλοθι της χώρας.
Γιατί αν όλοι είναι ίδιοι, κανείς δεν ευθύνεται.
Αν όλοι φταίνε, κανείς δεν φταίει.
Αν όλα είναι μάταια, γιατί να ασχοληθούμε;
Καλύτερα ένα ποτό.
Καλύτερα ένα τραπέζι στον Αργυρό.
Καλύτερα ένα λαϊκό πρόγραμμα, με καψουροτράγουδα.
Καλύτερα μια φιλτραρισμένη σέλφι με duck lips, γιατί η πραγματικότητα χαλάει το μακιγιάζ.
Αυτό είναι το πραγματικό πολιτισμικό μας πρόβλημα. Όχι ότι ακούμε σκυλάδικα. Αλλά ότι έχουμε αρχίσει να ζούμε σαν σκυλάδικο.
Δυνατή μουσική, χαμηλός φωτισμός, πολλά λουλούδια, πανάκριβες φιάλες, μπαγιάτικα «ξηροκάρπια», και κανείς δεν θέλει να δει καθαρά τι συμβαίνει. Εικονική πραγματικότητα…
Ο θάνατος του Μαζωνάκη δεν αποδεικνύει ότι η Ελλάδα «πεθαίνει». Αποκαλύπτει όμως κάτι πολύ πιο δυσάρεστο. Το πόσο γρήγορα μια ολόκληρη κοινωνία μπορεί να μετατρέψει ένα τραγικό γεγονός σε τηλεοπτικό θέαμα, πολιτισμική κατανάλωση, και τελικά… επόμενη είδηση.
Αυτό είναι το ελληνικό déjà vu.
Η καταδίκη και η κατάπτωση ενός άλλοτε περήφανου λαού… που σήμερα σέρνεται ανάμεσα στα σκυλάδικα, τα σόσιαλ μύδια, και το… 13ωρο!
Με ζάπλουτους γιατρούς φίρμες, που ψάχνουν στο Γκούγκλ για να δουν πως θα σώσουν κάποιον που έχει πάθει ανακοπή…
Strange Attractor
ΥΓ- Μια από τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές της σύγχρονης κοινωνίας μας είναι εκείνο το πλάνο με τους τεθλιμμένους παρευρισκόμενους στη κηδεία του Μαζώ, που σκαρφάλωσαν πάνω σε τάφους για να βγάλουν καλύτερες σέλφι, με αποτέλεσμα να σπάσουν τα μάρμαρα, και να βρεθούν μέσα στο μνήμα…


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου