Ο Μητσάρας από μικρός είχε μια αδυναμία.
Του αρέσανε τα σουβλάκια κάθε είδους.
Παθολογικά.
Δεν υπήρχε σουβλατζίδικο στη γειτονιά που να μην ήτανε
ταχτικός πελάτης.
Και ήξερε ότι «Ο Γίγας» είχε ωραίο γύρο, καλοψημένο και
ζουμερό, «Το Λεβεντόπαιδο» ήταν μάστορας στο κοτομπέϊκον και «Ο Μύθος» (πάντα
υπάρχει ένας μύθος) ήτανε άρχοντας στο κέμπαμπ.
Και επειδή στη ζωή σημασία έχει το κονόμι αλλά και να
κάνεις το πάθος σου επάγγελμα για να τα κονομάς, ο Μητσάρας έγινε σουβλατζής.
Η «Γύρομπανκ», όνομα μονδέρνο κατά τα γούστα του καιρού μας,
έκανε γρήγορα όνομα στη γειτονιά και σιγά-σιγά έσβησαν τα παλιά σουβλατζίδικα.
Έτσι όλο τα χαρτί πήγε στο Μητσάρα – κατά τις αρχές της
φιλελευθέρου οικονομίας της λαϊκής αγοράς.
Σένιο το μαγαζί, μοδάτο και με υπηρεσία ντελίβερι βαρβάτη.
Δέκα μηχανάκια είχε πάνοπλα ο Μητσάρας στους καλούς
καιρούς.
Στην κουζίνα είχε την Ναντίνα από το Μπεράτι, τυλαδόροι
ήταν ο Χασάν από το Κάϊρο και ο Πεντρίν από το Αργυρόκαστρο, στα ψητά ο
μοναδικός Έλληνας στο μαγαζί, ο μαστρο-Κώστας.
Ταμείο και γενικό κουμάντο ο Μητσάρας.
Και πίσω απ’ το ταμείο κρεμασμένη η φωτό με το
Τζόρτζεβιτς αγκαλιά με τον πρόεδρα από κάποια φιέστα.. Έβδομη, όγδοη… Ποιος να
θυμάται μετά από τόσα κατσαρόλια…;