Σε πολλές εκφάνσεις του βίου – ατομικού,
οικογενειακού, οικονομικού, κοινωνικο – πολιτικού – δεν είναι απαραίτητο (αν
και είναι πάντοτε επιθυμητό) να επιλύσει κάποιος ένα πρόβλημα, αρκεί να μπορεί
να το διαχειρισθεί επιτυχώς.
Κάτι τέτοιο μπορεί να συμβαίνει και με το
δημόσιο χρέος μίας χώρας.
Η Ιαπωνία π.χ. έχει δημόσιο χρέος πολύ
μεγαλύτερο του δικού μας ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, αλλά μπορεί να διαχειρισθεί
ανέτως την ανα-χρηματοδότησή του λόγω των εκτιμήσεων των διεθνών αγορών ως προς
τις προοπτικές της ιαπωνικής οικονομίας.
Στην Ελλάδα το ποσοστό του δημόσιου χρέους επί
του ΑΕΠ το έτος 2009 ήταν 127%, το πρωτογενές έλλειμμα περίπου 24 δις ευρώ
ετησίως, οι δε καταβαλλόμενοι τόκοι περίπου 12 δις ευρώ ετησίως. Σήμερα, παρότι
το δημόσιο χρέος έχει αυξηθεί και ως απόλυτος αριθμός και ως ποσοστό επί του
ΑΕΠ, υπάρχει πρωτογενές πλεόνασμα και το ποσόν των ετησίως καταβαλλομένων τόκων
ανέρχεται σε 5,5 δις ευρώ περίπου.