Ο Χάρης ξύπνησε χαρούμενος. Είχε δει όνειρο, από
αυτά που πάντα του άρεσαν. Περπατούσε, λέει, στο δρόμο κι
έτρεχαν όλοι, μικροί και μεγάλοι, να του φιλήσουν το χέρι. Κι αυτός, σαν καλός
νονός, τους μοίραζε … γρόσια. Κοιτώντας τον εαυτό του στον καθρέφτη, διαπίστωσε
πως χαμογελούσε χωρίς να το θέλει. Την
ώρα μάλιστα που ξυρίζονταν άρχισε να γελάει νευρικά. Σαν μωρό παιδί. Καλά που
δεν με βλέπει κανείς, σκέφτηκε, γιατί θα νόμιζε ότι τα έχω χάσει.
Και όμως, όχι μόνο δεν τα είχε χάσει, αλλά τα
είχε τετρακόσια. Εδώ και χρόνια. Από τότε που κατάλαβε ότι η ζωή είναι σκληρή
και μετά … πεθαίνεις, ότι ζήσε κι άσε τους άλλους να ψοφάνε, κι ότι το μόνο που
ισχύει διαχρονικά είναι το «ότι αρπάξει ο κώλος μας». Αυτές ήταν οι βασικές του
αρχές, με αυτές μεγάλωσε, και με αυτές πορεύονταν χρόνια τώρα. Μόνος, άκληρος,
πλην όμως κύριος του εαυτού του, όπως συνήθιζε να απαντάει σε όλους τους περίεργους
που κατά καιρούς τον ρωτούσαν γιατί δεν έκανε οικογένεια…