Ο Βασίλης Αυλωνίτης
υπήρξε, αν όχι ο πιο ταλαντούχος, ένας από τους πλέον ταλαντούχους κωμικούς του
καιρού του. Αυτό το πρόσωπο που περνούσε από την αφέλεια στην πονηριά, από την
έκπληξη στην συνοφρυωμένη θυμοσοφία χρειαζόταν το ταλέντο της πηγαίας
υποκριτικής. Ο Χορν είχε πει κάποτε στον φίλο Βασίλη Παπαβασιλείου: «Eνας είναι
ο ηθοποιός στις σκηνές του “Μια ζωή την έχουμε” που διαδραματίζονται στο κελί
της φυλακής. Ο Αυλωνίτης. Εγώ πάντα έπαιζα τον εαυτό μου». Κοκεταρία ενός άλλου
μεγάλου ηθοποιού, αλλά συγχρόνως και αναγνώριση ενός μεγάλου ταλέντου.
Ο Αυλωνίτης και οι
χαρακτήρες του ενσάρκωναν μια Ελλάδα που είχε συνείδηση της μικρότητάς της.
Λύτρωνε το αίσθημά της με το γέλιο. Αναγνώριζε όμως τη μικρότητα και την
έπαιρνε στα σοβαρά. Και τη διακωμωδούσε με τρυφερότητα αναλαμβάνοντας το βάρος
της και την ευθύνη της. Ποτέ αφ’ υψηλού, όπως οι αγενείς Λαζόπουλοι του καιρού
μας. Η κωμωδία είναι ευγενής τέχνη επειδή αναλαμβάνει την ευθύνη της κωμικής
πλευράς τής ύπαρξης, αντιπαραθέτοντάς τη στη σοβαρότητα. Εάν η κωμωδία δεν έχει
συνείδηση της σοβαρότητας στην οποία απευθύνεται, τότε ξεπέφτει στην επικράτεια
του γελοίου…









