14.7.13

Βάι, βάι…



Ο Κλάους Φον Σνίτσελ με ύφος αυστηρό και κοφτό μη επιδεχόμενο αντιρρήσεων, και με ζωγραφισμένο κάτι σαν χαμόγελο στα χείλη του, κοιτά ίσια στα μάτια τον παράξενο συνομιλητή του.



-        Πως λέγεστε είπαμε;
-        Σταματελόπουλος. Νικήτας Σταματελόπουλος, του απαντά κάπως εκνευρισμένα ο μυστηριώδης ξένος με την παράξενη φορεσιά, που ακόμα δεν έχει καταλάβει πως βρέθηκε σ’  αυτό το μέρος
-        Α εσείς! είπε ο Φον Σνίτσελ, κοιτώντας το φάκελο που είχε μπροστά του. Εδώ οι συνεργάτες μας Κωλλέτης και  Μαυρομιχάλης μας είπανε πως τα τελευταία χρόνια της ζωής σας διαμένατε σε κάποια ψάθα χωρίς εισόδημα.
Τη δηλώσατε στην εφορία την ψάθα σας κύριε Σταματελόπουλε;
Πόσα τετραγωνικά ήταν;
ΕΤΗΔΕ πληρώσατε;
Και πως ζούσατε τόσα χωρίς εισόδημα;
Τα αρχεία μας και οι συνεργάτες μας εδώ, λένε πως είσαστε και κλέφτης στα βουνά. Αλλά έτσι είσαστε οι Έλληνες.
Φοροφυγάδαι, οκνηροί και κλέπται οίτινες δεν ενδιαφέρονται δια την πατρίδα των. Φόρο οπλοκατοχής πληρώσατε κύριε Σταματελόπουλε; Όχι βέβαια.
Θα πληρώσετε τώρα για όλα. Αναδρομικά!
-        Τι είπες ορέ ζαγάρι, του κάνει ο Νικήτας βγάζοντας το γιαταγάνι απ’ το θηκάρι αλλά ξαφνικά σταματάει.
Κατάλαβε πως δεν είχε καμιά δουλειά εκεί πέρα.
Ξαναβάζει το σπαθί στο θηκάρι, καβαλάει το άλογό του και τραβά ξανά για τη δροσερή σκιά του κυπαρισσιού του…



Τις διαπραγματεύσεις το φόρο στη μελιτζανοσαλάτα  με το Φον Σνίτσελ αναλαμβάνουν οι πεφωτισμένοι διαπραγματευταί Φούλης Τρυφερούλης και Τέλης Παστέλης απόφοιτοι του Κολλεγίου Αθηνών με μεταπτυχιακά στις πολιτικές επιστήμες της έδρας Ναιναίκου του Πανεπιστημίου Χαφτς των ΗΠΑ – και δεν ακούω κουβέντα.
Πείθουν τον Φον Σνίτσελ να εξαιρέσει την τυροκαφτερή, τα μαυρομάτικα και το μπεκρή μεζέ από τα μέτρα, πετυχαίνοντας μεγάλη νίκη, βέβαιοι πια ότι θα απογειωθεί η βαριά βιομηχανία της χώρας.
Βάι, βάι.
Αν διαβάσει κανείς την πραγματική ιστορία της ελληνικής επανάστασης, από τις πρωτότυπες πηγές, ένα πράγμα καταλαβαίνει.
Εκείνος ο ξεσηκωμός έγινε ενάντια στο συσχετισμό δυνάμεων της εποχής.
Και σχεδόν πέτυχε. Σχεδόν.
Κι εκείνοι που πιάσαν τ’ άρματα δεν διέφεραν από σας κι από μένα.
Απλοί χωριάτες ήτανε με χίλια δυο κουσούρια.
Όπως όλοι οι άνθρωποι του κόσμου.
Όμως  εκείνο το πανηγύρι δεν έγινε στην τύχη. Χρειάστηκε πολλή μεγάλη, συστηματική και μυστική προσπάθεια από φωτισμένους ανθρώπους οι οποίοι φλέγονταν από την  ιδέα της ανεξαρτησίας και της λεφτεριάς. (Για το ποιοι ήταν, ε, μην τα περιμένετε όλα έτοιμα!)
Αυτοί οργάνωναν ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα την ανάσταση του γένους. Μεθοδικά κατάστρωσαν ένα Εθνικό Σχέδιο.
Και χρειάστηκαν σκληροί αγώνες, ασκητική αφοσίωση και αίμα για να φτάσουμε στην άνοιξη του 21.
Μα από το 1831 και μετά, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, η πολιτική ηγεσία αυτού του κράτους, συνέχισε την κληρονομιά τον κοτζαμπάσηδων.
Τη ροπή στην υποτέλεια ώστε να εξασφαλίζει τα συμφέροντά της. Και όσοι άξιζαν πραγματικά, ξεχάστηκαν ενώ όσοι τά’ χαν καλά με το δοβλέτι αξιώθηκαν τιμές και στρατηγίες. Και κορνίζες στα σχολειά που δεν τους άρμοζε.
Μα το συμπέρασμα και το δίδαγμα είναι πως κανείς δεν είναι ανίκητος αν υπάρχει Σχέδιο και Σκοπός.
Ούτε ο Μέττερνιχ (εσύ Λέλο την επανάσταση θα την ξεκινήσεις μετά το απογευματινό φρέντο, έτσι;  Να έχει πέσει κι ο ήλιος)…

Γιάννης Φαίλτωρ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου