Ο άνθρωπος για τον οποίον όλοι μας μιλάμε, γεννήθηκε τα
Χριστούγεννα του 1950 όχι στα πούπουλα ουδέ καν σε φάτνη.
Η λέξη «φτώχεια» θα αποτελούσε για τα πρώτα-πρώτα χρόνια
του ευφημισμό. Ανάπηρος -σακάτη τον φωνάζαν- ο πατέρας του, πήγαινε στη
χωματερή, γλιστρούσε από το καροτσάκι του στο έδαφος και ξεδιάλεγε έρποντας τα
σκουπίδια υπό τα γαβγίσματα των γλάρων.
Παραδουλεύτρα -δούλα την έλεγαν- η μάνα του, ξενόπλενε σε
εργατόσπιτα και αμοιβόταν σε είδος, δυο πιάτα φαϊ, τίποτα στραβοπατημένα
παπούτσια.
Η παράγκα τους ήταν στην άκρη-άκρη του συνοικισμού,
γειτνίαζε με τα τσαντίρια των γύφτων που ο άνθρωπός μας είχε μάθει να τους
μισεί γιατί «μαζί με τους Εβραίους, σταύρωσαν τον Χριστούλη»…
Είναι θαύμα πως υπ’ αυτές τις συνθήκες ο άνθρωπός μας
τελείωσε το δημοτικό σχολείο.
Στα δώδεκά του βγήκε στη βιοπάλη.
Λούστρος, λαχειάς, αληθινός Βασιλάκης Καϊλας.
Όργωνε καθημερινά το κέντρο της Αθήνας. Τα βράδια δεν
είχε το κουράγιο να αλλάξει δύο λεωφορεία για να επιστρέψει στο Σχιστό και στη
συνέχεια μισή ώρα περπάτημα ως την παράγκα.
Ξεβρώμιζε το χνώτο του με μία σκέτη από γιουβέτσι στα
μαγειρεία της Ομόνοιας κι ανάπαυε το λιπόσαρκο κορμί το στο ημιυπόγειο ενός
ξενοδοχείου στα Χαυτεία, ανάμεσα σε συναδέλφους του, παιδιά και γέρους.
Και να ’βλεπε όνειρα δεν τα θυμόταν το πρωί…