8.5.13

Δις ιζ δε Γκρίς!


Φέτος το Πάσχα ήμουν καλό παιδί.
Μετά από δεν ξέρω κι εγώ πόσα χρόνια κράτησα για λίγο -για μερικά δευτερόλεπτα έστω- λαμπάδα, έως ότου με ένα πρόσχημα της στιγμής («κρατάς μια στιγμή, να πιάσω το μαντίλι μου;») την πάσαρα παραδίπλα.




Επίσης, παρακολούθησα τη λειτουργία της Αναστάσεως! (Τα τελευταία πέντε λεπτά μόνον και αυτά από την τηλεόραση, είναι αλήθεια - πάντως, με τον τρόπο μου, μετείχα· και αυτό έχει σημασία).
Τελευταίο και σπουδαιότερο, όταν μου έλεγαν «Χριστός Ανέστη», εγώ απαντούσα «αληθώς ο Κύριος» και όχι «είσαι βέβαιος;», όπως συνήθιζα εδώ και πάρα πολλά χρόνια - τόσο πολλά που προτιμώ να μην ξέρω πόσα ακριβώς…




Το κλειδί σε αυτή την αλλαγή, φαντάζομαι, είναι τα χρόνια που δεν θέλω να θυμάμαι τον αριθμό τους και αυτό που φέρνουν: την αντίληψη της αξίας του χρόνου που φεύγει και δεν ξαναγυρνά· δηλαδή, αυτό που λέγεται «ωριμότητα».
Την ωριμότητα, για την έλλειψη της οποίας αισθάνεσαι υπόλογος επί χρόνια, ώσπου κάποια στιγμή έρχεται (καθυστερημένα, πάντα), με τη μορφή ενός περίεργου αισθήματος αρμονίας και συμφιλίωσης με το περιβάλλον στο οποίο ανήκεις και πάντα ανήκες.
Είτε πιστεύεις με τον συγκεκριμένο τρόπο είτε με τον δικό σου είτε με κανέναν, τι σημασία έχει; Αφού τόσα χρόνια στάθηκες εκεί μέσα με τον τρόπο σου, σου ανήκει και του ανήκεις.
«Η πόλις» του Κ. Π. Καβάφη, με άλλα λόγια· και πάμε παρακάτω.
Πάμε παρακάτω, διότι παρασύρομαι, ενώ ο σκοπός μου είναι άλλος.
Πράγματι, λοιπόν, από το «playroom» (ένθα ευρίσκεται η συσκευή της τηλοψίας) στην εξοχική κατοικία του φιλόξενου οικοδεσπότη μου, παρακολούθησα το «Χριστός Ανέστη», όπως το μετέδιδε η κρατική τηλεόραση από τον Άγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη της οδού Σκουφά.
Διέφυγε της προσοχής μου όμως το φοβερό γεγονός για το οποίο έγινε τέτοιος ντόρος. Υποτίθεται ότι το άγημα του Πολεμικού Ναυτικού -της Σχολής Δοκίμων, συγκεκριμένα- την ώρα του «Χριστός Ανέστη» άρχισε να ψάλλει τον εθνικό ύμνο, προκειμένου, υποθέτω, με αυτόν τον πρωτότυπο τρόπο να υποβάλει την ιδέα της εθνικής αναστάσεως και την ταύτισή της με την ανάσταση του Κυρίου, σε όσους, ασφαλώς, διαθέτουν την ευφυΐα για παρόμοιους λεπτούς συσχετισμούς.
Συνέβη, πράγματι, όπως διαπίστωσα αργότερα ερευνώντας στο Διαδίκτυο, έστω και αν από τη ζωντανή μετάδοση, όσο τη παρακολούθησα, εγώ δεν το αντελήφθην.
Εκείνο όμως που δεν μου διέφυγε ήταν ο τρόπος με τον οποίο το άγημα του Πολεμικού Ναυτικού παρουσίασε όπλα.
Δεν άκουσα πώς δόθηκε το παράγγελμα, γιατί στον ήχο της μετάδοσης επικρατούσαν οι καμπάνες και το αναστάσιμο τροπάριο.
Είδα όμως τα μέλη του αγήματος, το καθένα σε διαφορετικό χρόνο, να σηκώνουν τα όπλα τους σε στυλ άνετο και χαλαρό, σχεδόν αμήχανα, χωρίς συγχρονισμό, χωρίς νεύρο.
Το θέαμα ήταν τόσο ανοίκειο, ώστε προς στιγμήν αναρωτήθηκα μήπως δεν επρόκειτο για άγημα του κανονικού Πολεμικού Ναυτικού, αλλά για άγημα ωρίμων Ναυτοπροσκόπων. (Παιδιά καλών μικροαστικών οικογενειών, συνήθως με ναυτική παράδοση ή αγάπη στην ιστιοπλοΐα, οι οποίες για λόγους που εγώ δεν καταλαβαίνω -και δεν χρειάζεται να καταλάβω- στέλνουν τα παιδάκια τους να μασκαρεύονται ναυτάκια, να μαθαίνουν ναυτικούς κόμπους και να κάνουν καλές πράξεις).
Εν πάση περιπτώσει, είναι βέβαιο ότι η πρωτοβουλία των δοκίμων ήταν εκτός του προγράμματος της τελετής και, ως εκ τούτου, προφανώς συνιστά κρούσμα απειθαρχίας - διετάχθη, άλλωστε, ένορκη διοικητική εξέταση.
Στο στράτευμα, ως γνωστόν, η απειθαρχία είναι πάντα απειθαρχία και ποτέ κάτι άλλο. Επί της ουσίας, ωστόσο, δεν μπορώ να πω κατά πόσον ήταν «κακό» ότι οι δόκιμοι έψαλλαν τον εθνικό ύμνο, έστω και αν το έκαναν στον λάθος χώρο και στον λάθος χρόνο.
Προσωπικώς, θα προτιμούσα να μην το είχαν κάνει και η τελετή να είχε μείνει εντός του αυστηρά θρησκευτικού πλαισίου της. Αλλά δεν ήταν δα και ο ύμνος του Ολυμπιακού!
Ο εθνικός ύμνος ήταν.
Στον βαθμό που μου πέφτει λόγος, περισσότερο με ενόχλησε -ως τελειομανή- ο άτσαλος, ασυγχρόνιστος τρόπος με τον οποίο παρουσίασαν όπλα οι δόκιμοι.
Γιατί, αν είναι να κάνεις το τόλμημα, τουλάχιστον κάνε το σωστά!
Οι δόκιμοι, όμως, το έκαναν ελληνικά.
Με τον τρόπο, δηλαδή, που κάνουμε τα πράγματα εδώ: λίγο στα κουτουρού, «στο φτερό» και εκ του προχείρου, αυθόρμητα και αυτοσχεδιάζοντας.
Αυτή είναι η Ελλάδα.
Ει μη τι άλλο, το επεισόδιο ταίριαζε -κατά το ύφος του οπωσδήποτε- με την υψηλή εκπροσώπηση της πολιτικής ηγεσίας του τόπου στην τελετή της Ανάστασης.
Πρόσεξα ότι τον Αρχιεπίσκοπο και τους ιερείς που έψαλλαν το Χριστός Ανέστη πλαισίωναν ορισμένοι εκ των κορυφαίων στη γ΄ κατηγορία της πολιτικής: Τραγάκης, Μπούρας, Μηταράκης κ.ά.
Το περιστατικό ήταν, όμως, εντελώς ελληνικό και για έναν ακόμη λόγο.
Διότι πού αλλού στον κόσμο (εκτός, ενδεχομένως, από το Ιράν...) συμμετέχουν στρατιωτικά τμήματα σε θρησκευτικές τελετές;
Αλλά και από την άλλη πλευρά, πού αλλού στρατιωτικές τελετές, όπως οι παρελάσεις, λαμβάνουν χώρα ενώπιον παπάδων;
Και εφόσον οι παπάδες παρίστανται στις παρελάσεις, γιατί να μην παρίστανται και στα γυμνάσια;
Να παρακολουθούν τις βολές με τα κιάλια μαζί με τον υπουργό.
Αντιστρέφοντας δε τη λογική αυτή, γιατί να μη μετέχουν στρατιωτικά αγήματα στους γάμους και τα βαφτίσια; (Επ’ αμοιβή, εννοείται. Θα φέρει και έσοδα η ιδέα, αν εφαρμοσθεί...).
Αλλά εδώ πια μπαίνουμε στα επικίνδυνα χωράφια της «εθνικής ιδιαιτερότητας», οπότε καλύτερα να σταματήσω...

Στέφανος Κασιμάτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου