5.11.13

Μια Ζωή Σικέ (17)



Ο Τάσος είναι κλασσικό παράδειγμα άνδρα.
Δείγμα προς μελέτη, γιατί είναι ακατέργαστο διαμάντι.
Όπως οι περισσότερο νεοέλληνες.



Εμποτισμένος μέχρι το μεδούλι με το σύνδρομο του ΑΝΔΡΑ.
Το σύνδρομο δηλαδή που κυριαρχεί παντού γύρω μας, από τα συνοικιακά καφενεία μέχρι βαθιά μέσα στα πιο κεντρικά αστυνομικά τμήματα της επικράτειας.
Και κυρίως στα πέριξ της πίστας τραπέζια των σκυλάδικων.
Εκεί περισσεύει ο ανδρισμός. Όλοι είμαστε άνδρες.
Μουστάκι, δαχτυλίδι, φουσκωμένο πορτοφόλι, και άγνοια.
Πάνω απ`όλα άγνοια.
Άγνοια της ιστορίας μας, άγνοια της προσωπικότητας μας, άγνοια των δυνατοτήτων μας, γενικά άγνοια.




Απ` αυτή την άγνοια ξεκινούν τα πάντα.
Όλα τα δεινά της φυλής μας στη πιο πρόσφατη μορφή της.
Ο λόγος δηλαδή για τον οποίο ενώ η Ελλάδα κάποτε αποτελούσε την αιχμή του δόρατος του πολιτισμού, τώρα πνέει τα λοίσθια.
Άγνοια με την κακιά της μορφή βέβαια, και όχι την άγνοια που ανέφερε ο Σωκράτης, και που προϋποθέτει σοφία.
Πασχίσαμε λοιπόν να κάνουμε τον Τάσο να αλλάξει γνώμη και να μη την σφάξει σαν τραγί, όπως απειλούσε φωνάζοντας ότι θα κάνει.
Τον καλμάραμε λέγοντας του ότι μια κοπέλα στο μπαρ τον παίζει.
Άλλο που δεν ήθελε κι`αυτός.
Ο Τάσος αν δεν σας το είπα είναι γνωστός γυναικάς.
Φημίζεται μάλιστα ότι κάποτε είχε καταφέρει μια Γαλλίδα σε τουαλέτα μιας ντισκοτέκ, χωρίς καν να ξέρει γαλλικά. Εδώ που τα λέμε δεν ξέρει καλά καλά και Ελληνικά, αλλά αυτό σίγουρα δεν θα ενδιέφερε τη συγκεκριμένη Γαλλίδα.
Μόλις λοιπόν ο Τάσος αντιλήφθηκε το υποτιθέμενο καμάκι που του γινόταν, έγινε άλλος άνθρωπος.
Συνήλθε ως δια μαγείας, πλησίασε το μπαρ, και άρχισε το σπορ που τον ενδιέφερε πάνω απ`όλα στη ζωή. Τον πόλεμο των φύλων.
Κανονικό πόλεμο.
Κάποτε μάλιστα που είχε κολλήσει βλεννόρροια, δικαιολογήθηκε λέγοντας ότι κάθε πόλεμος έχει και τους τραυματίες του.
Και κάπου βέβαια έχει δίκιο. Έχουμε πόλεμο και μάλιστα καθημερινό.
Η Λυσιστράτη το απέδειξε.
Βλέποντας τον Τάσο να εργάζεται με τον τρόπο του, και να προσπαθεί να ανιχνεύσει τα ενδότερα χαρακτηριστικά της ψυχής της κοπέλας του μπαρ, άκουσα το ποδοβολητό.
Τρόμαξα. Το σύννεφο σκόνης είχε καλύψει τον ουρανό.
Ένα σκοτάδι κυριαρχούσε στο μέχρι πρότινος διαυγές τοπίο.
Τότε φάνηκαν και τα γελάδια.
Χιλιάδες από δαύτα έτρεχαν χωρίς φανερό σκοπό, μέχρι που είδα και τους καβαλάρηδες που τα ακολουθούσαν και με μια φοβερή δεξιοτεχνία κατάφερναν και τα κατηύθυναν στη πορεία που ήθελαν.
Το λυπηρό της υπόθεσης ήταν ότι αυτή η πορεία φαινόταν να καταλήγει σε μένα, δηλαδή επάνω μου, δηλαδή από επάνω μου.
Μούσκεψα στον ιδρώτα. Μία από τα ίδια.
Κοίταξα ολόγυρα μου.
Παντού ακάλυπτες εκτάσεις.
Φαίνεται να ήμουν στο κέντρο μιας τεράστιας ερήμου.
Το ατελείωτο κοπάδι όλο και πλησίαζε τσιγκλισμένο και ερεθισμένο από τις κραυγές των αγελαδάρηδων που το οδηγούσαν.
Η κόλαση του Δάντη ήταν εδώ.
Για μια ακόμη φορά οι αμαρτίες της σύντομης ζωής μου παρέλασαν μπροστά στα μάτια μου.
Και τότε άκουσα τον εκκωφαντικό θόρυβο, τον τόσο γνωστό του ελικοπτέρου…
Ήταν ακριβώς από πάνω μου και συνεχώς χαμήλωνε κάνοντας το χώμα να πετάγεται στροβιλιζόμενο στον αέρα και μέσα στα μάτια μου.
Το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει.
Τα αφηνιασμένα γελάδια όλο και πλησίαζαν.
Τότε και μόνον τότε είδα την ανεμόσκαλα να κρέμεται. Την έφτασα με ένα πήδημα και γαντζώθηκα επάνω της με όλη μου τη δύναμη.
Αρχίσαμε να παίρνουμε ύψος ενώ το κοπάδι φάνηκε να περνάει από κάτω, στο σημείο που μόλις πριν από λίγο βρισκόμουν εγώ.
Κατουρήθηκα.
Μάλλον από την ανακούφιση που γλίτωσα, αλλά δεν ξέρω.
Ο Θεός λένε πώς λειτουργεί μυστηριωδώς.
Άλλοι λένε ότι τα πάντα εν σοφία εποίησε.
Ποιος ξέρει; Ποιος νοιάζεται;
Εγώ πάντως κατουρήθηκα κανονικά.
Μέσα από τον τρομακτικό θόρυβο της μηχανής του ελικοπτέρου που βρισκόταν μερικά μέτρα πάνω από το κεφάλι μου άρχισα να διακρίνω έναν πιο ανθρώπινο και γνώριμο ήχο.
Ήταν μια στριγκιά φωνή. Γνωστή φωνή.
Καλούσε το όνομά μου.
Ήταν η φωνή του Τάσου!
Κοιτώντας κατά πάνω τον είδα. Ήταν ο Τάσος που πιλοτάριζε το ελικόπτερο της σωτηρίας μου.
Φορώντας και πορτοκαλί μεταξωτό φουλάρι παρακαλώ.
Έφεγγε σαν τον θεό Ήλιο.
Ο ίδιος ο Τάσος που θεωρεί την βοϊδάμαξα πολύπλοκο τεχνολογικό κατασκεύασμα. Χειριστής ελικοπτέρου, και μάλιστα δεξιοτέχνης.
Δεν πάμε καθόλου καλά.
«Τάσο σε λατρεύω», πρόλαβα να φωνάξω, όταν συνειδητοποίησα ότι η μουσική είχε σταματήσει και όλοι οι θαμώνες του μπαρ κοιτούσαν πλέον εμένα που φώναζα λόγια λατρείας στον Τάσο.
Πιο έντονα με κοιτούσαν ο Τάσος και η κοπέλα που καμάκωνε.
Αυτή μάλιστα με κοιτούσε με μίσος.
Ποιος ξέρει τι σκέφτηκε;
Εγώ κοκκίνισα, και εντελώς αμήχανα άρχισα να μουρμουρίζω διάφορα χωρίς νόημα λόγια.
Τίποτα. Όλοι τώρα γελούσαν.
Εις βάρος μου.
Αισθάνθηκα απαίσια.

Συνεχίζεται…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου