Δεν έχω πάει ποτέ στην Υεμένη.
Όσα ξέρω γι’ αυτήν, τα ‘χω μάθει από δω κι από κει:
ταινίες, ρεπορτάζ διεθνών ειδήσεων, ταξιδιωτικές αφηγήσεις, τα παραμύθια της
Σεχραζάτ - πληροφορίες
ασαφείς, δανεικές και σκόρπιες.
Αόριστα θυμάμαι ότι ήταν το βασίλειο της βασίλισσας του
Σαββά (που ήταν, λέει, πανέμορφη - αν και με μια δυσμορφία στα κάτω άκρα
εξαιτίας της δαγκωματιάς ενός τσακαλιού - και που ερωτεύτηκε τον Σολομώντα κι
αρνήθηκε για χάρη του τη λατρεία του Ήλιου.)
Ένας μύθος λέει ότι την πρωτεύουσα της χώρας, τη Σάνα,
την ίδρυσε ο γιος του Νώε, μετά τον κατακλυσμό κι ένας άλλος ότι κάποιος
Έλληνας, τον 1ο αι. π. Χ., είπε την Υεμένη «Ευδαίμονα Αραβία», όταν αντίκρισε
τις καταπράσινες κοιλάδες της. Για τις κοιλάδες της Υεμένης μιλούν πολλοί.
Είναι, λένε, βαθιές, γεμάτες οάσεις, ανάμεσα σε οροσειρές
που καταλήγουν σε ερήμους και στέπες, ενώ πιο χαμηλά η Ερυθρά Θάλασσα γεννάει
μαργαριτάρια και, πιο μέσα, η γη τρέφει αμπέλια και συκιές, φυτείες καφέ,
σουσαμιών και, βέβαια, πετρέλαιο (αν και τα αποθέματα όλο και λιγοστεύουν,
υπολογίζεται ότι μέχρι το 2017 θα έχουν εξαντληθεί.)







