Η ερώτησή του –και μάλιστα σε τόνο δραματικό-
ακούστηκε τελείως ξεκάρφωτη σε εκείνο το περιβάλλον: Αργά το απόγευμα σε μία
παραλία του Ιονίου ειδυλλιακή, με τον ήλιο να κουρνιάζει στη θάλασσα, τα πόδια
μας να βουλιάζουν στην άμμο, ένα μεγάφωνο κάπου στο βάθος να παίζει Ούμα Σουμάκ
(το «αηδόνι του Περού» που έπιανε με τη φωνή της τέσσερις οκτάβες – ποιος
μερακλής τη θυμήθηκε;), τα μεγάλα κορίτσια να στύβουν τα μαγιό τους και τα
μικρά κορίτσια να φτιάχνουν κάστρα για την Λαλαλούπσι και την Χέλοου Κίττυ.
Σε αυτόν τον κόσμο –τον μικρό, τον μέγα- όπου
δεν έλειπε ούτε και περίσσευε το παραμικρό, πόσο αταίριαστο ήταν να ξεκινάει
κανείς πολιτικές κουβέντες;
Φαντάστηκα παλιές ξύλινες κάλπες να επιπλέουν,
γλάρους να τις ανοίγουν με τα ράμφη τους και να μασουλάνε ψηφοδέλτια.
Ή χάρτινες βαρκούλες με τυπωμένα πάνω τους
εμβλήματα κομμάτων κι ονόματα υποψηφίων βουλευτών να παρασύρονται από τα
κύματα...