Ξεκίνησα από την αρχή να βλέπω το Σαρβάιβορ, πιστεύοντας πως θα είναι
κάτι σαν ζωντανό ψυχολογικό-κοινωνικό πείραμα, μια ευκαιρία δηλαδή για να δω να
ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μου η πραγματική ανθρώπινη φύση, χωρίς λούστρα
και φιοριτούρες, η υποκρισία, οι λυκοφιλίες, οι λοβιτούρες, οι ιδιοτέλειες, και
γενικά όλες εκείνες οι συμπεριφορές που στην κανονική ζωή τις κρύβουμε
επιμελώς. Και ως ένα βαθμό έτσι έγινε, με αποτέλεσμα να συνεχίσω να το
παρακολουθώ μαζί με άλλα τρία και βάλε εκατομμύρια Έλληνες.
Μέχρι που άρχισαν να μπαίνουν ψύλλοι στα αφτιά
μου, με τις διάφορες ματσακονιές που άρχισαν να γίνονται γνωστές, όπως π.χ.
κάτι φωτογραφίες των παικτών με κινητά στην παραλία, κάτι άγνωστες στο κοινό διανυκτερεύσεις
σε «νοσοκομεία», κάτι βόλτες με βανάκια στο κέντρο της πόλης, κλπ. Με
αποκορύφωμα τις πρόσφατες αποκαλύψεις από κάποιους που βγήκαν από το παιχνίδι και «μαρτύρησαν» ότι κάποιοι (και καλά λαϊκά
παιδιά) δεν είναι στην πραγματικότητα αυτό που δείχνουν προς τα έξω, δεν πεινάνε,
δεν υποφέρουν, αλλά τουναντίον βρήκαν τρόπους (στη ζούλα) να εξασφαλίζουν τρόφιμα
συναλλασσόμενοι με πρόθυμους ιθαγενείς…









