19.12.12

Του Ουλιάνοφ το μειδίαμα…


Ήταν 5.35 το πρωί, 16 Απριλίου 1917. Mόλις το τραίνο πέρασε από  τη Ρόπσχα, ο Βλαντιμίρ Ιλίτς Ουλιάνοφ (Λένιν) ήπιε μια γουλιά από το τσάι του και ακούμπησε το κεφάλι στο παράθυρο. 
Τα φώτα της πόλης φαίνονταν πια καθαρά. Σε λίγη ώρα, θα πατούσε το πόδι του στον κεντρικό σταθμό, όπου τον περίμενε η συντρόφισσα Ινέσσα Αρμάντ, ένας Γερμανός υποπρόξενος και δύο έμπιστοι φίλοι. 

 
Ο Κερένσκι δεν ήξερε ακόμα τίποτα για την άφιξή του. Σκέφτηκε ότι  η αγωνία πια τελείωνε και σε λίγες μέρες θα ξεκινούσε το μεγάλο πλάνο, που χρόνια σχεδίαζε.
Ένα ακαθόριστο χαμόγελο  σχηματίστηκε στο τραβηγμένο απ΄ το μεγάλο ταξίδι, πρόσωπό του. Ο Ουλιάνοφ χαμογέλασε και το μειδίαμά του έσπρωξε την ιστορία ακόμα πιο βαθιά στη ρωγμή του χρόνου...

Ο Κάιζερ έστειλε τον Λένιν από τη Γενεύη στην Αγία Πετρούπολη, με σφραγισμένο τραίνο, φρουρούμενο από Γερμανούς στρατιώτες. Ήξερε ότι ήταν μοναδική ευκαιρία ο παρηκμασμένος ρωσικός στρατός να διαλυθεί και ότι ο Ουλιάνοφ ήταν ο «σατανικότερος» για να το πετύχει.
Και οι δύο πίστευαν ότι εξυπηρετούσαν τέλεια τα σχέδιά τους. Ο Κάιζερ ήθελε να κερδίσει τον πόλεμο κι ο Λένιν να οργανώσει την επανάσταση.
Και οι δύο ήλπιζαν να αλλάξουν τον κόσμο . Και οι δύο, «στρατηγοί» του πεπρωμένου, έπαιζαν δραματικά το ρόλο τους, πίσω από τη μοίρα της Ευρώπης και ολόκληρης της υφηλίου.
Η επανάσταση έγινε,  τα εγκεφαλικά και ο Στάλιν έσβησαν για πάντα την αινιγματική έκφραση του Λένιν και ο πλανήτης σύρθηκε για ακόμα μια φορά, πίσω  από την εκστατική ορμή ενός αυτόκλητου «μάρτυρα». Είχαν προηγηθεί άλλα δύο κοσμογονικά σημάδια τραγικότητας,  που καθόρισαν τη μοίρα της ανθρωπότητας: Tο δάκρυ του Ιησού και η κραυγή του Μωάμεθ.
Σε όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα το φάντασμα του Ουλιάνοφ  σφράγισε  παγκόσμιους πολέμους, χώρισε τον  πλανήτη στα δύο, κόντεψε να προκαλέσει πυρηνικό όλεθρο και το χειρότερο,  διαμόρφωσε τα όνειρα και τις συνειδήσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων.
Ο πολιτισμός όμως, πέρασε από χίλια κύματα εξέλιξης αλλά ακόμα δε λέει να απαλλαγεί από τα ένστικτα των «προδομένων», που ψάχνουν άλλοθι  να εκδικηθούν το  κενό του εξιδανικευμένου  ονείρου τους.
Στη δική μας περίπτωση, η «Συμφωνία της Βάρκιζας»  στάθηκε η αρχή του μεγάλου κακού για την μεταπολεμική Ελλάδα. Όταν μετά από τέσσερα χρόνια, το 1949, η χώρα μάζευε  τα συντρίμμια της,  οι ηττημένοι  πια οραματιστές του υπαρκτού σοσιαλισμού ορκίζονταν εκδίκηση και μίσος,  σε όσο χρόνο μπορούσε η  οργή τους να σέρνεται στις επόμενες δεκαετίες. 
Tο πρωί της 17ης Οκτωβρίου του 1949, η εξόριστη πλέον «Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση» των ανταρτών έδωσε τέλος στις εχθροπραξίες με διάγγελμα που μεταδόθηκε από το ραδιοσταθμό του Βουκουρεστίου, εκφράζοντας όμως την υπόσχεση ότι η συνθηκολόγηση είναι μόνο προσωρινή...
Από τότε και ως το 1974, ολόκληρη η αριστερά κηρύχθηκε σε διωγμό. Το ΚΚΕ είχε τεθεί εκτός νόμου και  ουσιαστικά παράνομοι όσοι βρέθηκαν στον εμφύλιο στο πλευρό του ΕΑΜ.
Τα ξερονήσια και οι φυλακές γέμισαν από δικαίους και αδίκους, στην προσπάθεια των νικητών να αποφύγουν νέα πρόκληση από τους ηττημένους.
Το μεγάλο όραμα ενός «σπουδαίου» και «ιδανικού» κόσμου είχε χαθεί για όσους εμπνεύστηκαν μια κοινωνία ισότητας και καταδίκης των  καταπιεστών της. Παράλληλα,  σαν να μην έφτανε αυτό, η αντιμετώπιση της αριστεράς  ήταν  ανεύθυνη από τις δεξιές κυβερνήσεις,  που δεν μπόρεσαν ποτέ να αξιολογήσουν τους κινδύνους  σε μια κοινωνία διχασμένη, ουσιαστικά από το 1915.
Άνθρωποι του πνεύματος, ποιητές,  λογοτέχνες, συγγραφείς, επιστήμονες, γοητευμένοι από την εξωραϊσμένη μορφή ενός νέου επαναστατικού μοντέλου κοινωνίας στήριξαν την αριστερά με όλες τους τις δυνάμεις.
Η τάση υπεράσπισης του βασανισμένου  ιδεολόγου  εμπνέει άλλωστε, την τέχνη, που πάντα αναζητά ρήξεις και πλούσιο υλικό για τις δραματοποιήσεις της.
Ο Ρίτσος, ο Θεοδωράκης, ο Βάρναλης, ο Αναγνωστάκης  και πλήθος άλλων καλλιτεχνών αποθέωσαν την αριστερή κουλτούρα είτε με την ίδια τους τη ζωή είτε με την αναπαραγωγή ιδεών και αντιλήψεων στο έργο τους.
Στη συνέχεια, η αντίσταση στη δικτατορία, ταυτίστηκε με την επαναστατικότητα της σοσιαλιστικής σκέψης  που  προέταξε τα οράματά της στον ολοκληρωτισμό  της δεξιάς καταπίεσης.
Το 1981 ο Παπανδρέου καπηλεύτηκε με αριστοτεχνικό τρόπο όλα τα συνθήματα που «έκαιγαν» στην προδομένη λαϊκή συνείδηση και «αγιοποίησε» πλήρως  την αριστερή σημειολογία απαλλάσσοντάς την από τις ενοχές και τα συμπλέγματα του  παρελθόντος.
Το τείχος του Βερολίνου έπεσε, το ανατολικό μπλοκ κατέρρευσε, ο Μητσοτάκης με το Φλωράκη έκαψαν τους φακέλους των αριστερών στη χαλυβουργική αλλά η «απελευθέρωση» του «σοσιαλιστικού» ενστίκτου συνεχίστηκε. Όλες οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ αλλά και ο Καραμανλής ενίσχυσαν την αριστερή κουλτούρα, ως καθαγιασμένη τακτική πολιτικών διεκδικήσεων και απενοχοποίησης κάθε ασυδοσίας στη διαχείριση του συντάγματος και του δημόσιου χρήματος.
Η επανάσταση, η αντίσταση, η βία, οι διεκδικήσεις χωρίς όρια, η αναζήτηση δικαιωμάτων και η παράβλεψη των υποχρεώσεων, η συνδικαλιστική συνωμοσία, η απαξίωση κάθε δράσης ή προσώπου που δεν συμμετείχε σε «αριστερές» νοοτροπίες, η δυσφήμιση κάθε αστικής δυτικότροπης κουλτούρας, γιγάντωσαν ένα κλίμα πολιτικής και κοινωνικής ασυδοσίας.
Στα σχολεία, στις επετείους, στον τύπο, στις τηλεοράσεις, στον κινηματογράφο, στη  λογοτεχνία, στην καθημερινότητα καλλιεργήθηκε το προφίλ του επαναστάτη «μάρτυρα» που είναι έτοιμος να θυσιαστεί για τα συμφέροντα του «λαού» προσαρμόζοντας βέβαια, στη δική του περίπτωση.
Ο λαός βρέθηκε στην εξουσία κι αφού ο ίδιος o «μάρτυρας» ήταν «λαός», θα έπρεπε να πάρει το μερίδιο που αυτός έκρινε ότι του αξίζει.
Τα ΜΜΕ συμπορεύθηκαν με το λαϊκισμό του ΠΑΣΟΚ εκπέμποντας συνθήματα και «εκθέσεις ιδεών», για να υπερασπιστούν δήθεν τη λαϊκή ταυτότητα του ανήμπορου και θυματοποιημένου εργαζόμενου.
Οι πολιτικές συζητήσεις, η  εμπορευματοποιημένη υποκουλτούρα, η στροφή προς την κακόγουστη και ασύδοτη  συμπεριφορά έκρυβε πάντα  τα στοιχεία της επαναστατικότητας του αδικημένου που θέλει να  εκτονωθεί, αντιδρώντας στην «προσποιητή» στάση του κατεστημένου.
Με λίγα λόγια,  η αριστερά  «πότισε» με τις αλλεπάλληλες συγκυρίες τη συνείδηση του νεοέλληνα και καθόρισε την ταυτότητά του. Η θυματοποίησή της, για ολόκληρες δεκαετίες, την διαμόρφωσε σε ένα «ιερό» πολιτικό ταμπού, που κανείς δεν έχει  το δικαίωμα  να το αμφισβητήσει.
Ο κομμουνισμός γκρεμίστηκε παγκοσμίως αλλά η ελληνική κοινωνία συνεχίζει ακόμα να γαλουχείται με ένστικτα εκδικητικότητας, φθόνου και μισαλλοδοξίας  απέναντι στη συλλογική δημιουργία.
Φτάσαμε σε τέτοιο σημείο απάθειας να ανεχόμαστε  τα διαλυμένα πανεπιστήμια, τις συμμορίες των συνδικάτων, την απόλυτη μιζέρια στα σχολεία, την καταστροφή της οικονομίας, επειδή  καμία εξουσία δεν τόλμησε ποτέ να αποκαλύψει την εκδικητική μανία των διαφόρων «θυμάτων» της αριστεράς.
Αφήσαμε ανεξέλεγκτους τους μηχανισμούς της λαϊκιστικής προπαγάνδας να εκφυλίσουν τη συνείδηση των νέων ανθρώπων, μαθαίνοντάς τους να καταστρέφουν και όχι να δημιουργούν.
Χτίσαμε ταξικές και όχι δημιουργικές συνειδήσεις. Κανείς αριστερός δεν αποδέχτηκε ποτέ την ήττα του εμφυλίου και η τυραννία της εκδίκησης συνεχίζεται ακόμα.
Στην ιστορία της ανθρωπότητας, μεγάλες μορφές τραγικών προσώπων καθόρισαν τη μοίρα του κόσμου.
Το αποτύπωμά τους στο χρόνο σημάδεψε την πορεία του πολιτισμού και  την ποιότητα των κοινωνιών.
Ο Χριστός, ο Μωάμεθ κι ο Λένιν  έχουν κάτι κοινό στον ιστορικό τους δρόμο: Το ισχυρό τους πρόσταγμα για τη μεγαλειώδη παρέμβαση  στον άνθρωπο, την κατάρρευσή τους από τον δαίμονα του μοιραίου και το εύπλαστο προς εκμετάλλευση κληροδότημα, στους αιώνες που ακολούθησαν.
Το τραίνο δεν έφτασε τελικά στο σταθμό της Αγίας Πετρούπολης. Σταμάτησε στον παλιό σταθμό  του  Κιρόφσκι κι ο Βλαντιμίρ Ιλίτς  χάθηκε με μια άμαξα στα  στενά της πόλης.
Ενενήντα πέντε χρόνια μετά, οι  δυτικές κοινωνίες  κατάφεραν να απαλλαγούν από τη φαντασίωση του δικαίου και να το προσεγγίσουν με τον ορθολογισμό.
Εμείς ακόμα παλεύουμε με το παραμύθι, πολεμώντας  δαίμονες και ξωτικά.
Στην Ελλάδα, η  «επανάσταση» δεν ήρθε ποτέ.
Στοίχειωσε όμως του Ουλιάνοφ το ύπουλο μειδίαμα, να παρακολουθεί  βουβά και αινιγματικά τις συνειδήσεις μας.

Ανδρέας Ζαμπούκας

1 σχόλιο:

  1. Τί θέλει να πει ο αρθογράφος,ότι δηλαδή η κατάντια του κοινωνικοπολιτικού μας συστήματος οφείλεται στην διάθεση για εκδίκηση των ηττημένων του εμφυλίου και όχι στην καπήλευση των ιδεών και στόχων τους από το σύστημα(λαϊκισμό);

    ΑπάντησηΔιαγραφή