13.2.15

Προς μετωπική με την πραγματικότητα…



Πώς φτάσαμε ως εδώ... 
Στην Ελλάδα συνεχίζουμε να πιστεύουμε πως για τη βίαιη φτωχοποίηση μεγάλου τμήματος της κοινωνίας μετά το 2010 φταίει το μνημόνιο και όχι η χρεοκοπία του κρατικοδίαιτου μοντέλου της μεταπολίτευσης.
Η μεταπολίτευση ξεκίνησε με κρατικό χρέος ελάχιστο.
Το ’81 που ήρθε ο Ανδρέας Παπανδρέου στην εξουσία το χρέος ήταν στο 25% -30% του ΑΕΠ περίπου και δέκα χρόνια αργότερα είχε φτάσει στο 100%.


 
Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της χρεοκοπίας ήταν η διακυβέρνηση Καραμανλή 2004-2009 που έκλεισε με εκτίναξη του ελλείμματος στο 15% του ΑΕΠ και έκανε το χρέος μη βιώσιμο.
Αποτέλεσμα αυτού ήταν η χώρα να βρεθεί εκτός αγορών...
 

Το 2009 το ελληνικό κράτος είχε δαπάνες κατά 35 δισ. ευρώ μεγαλύτερες από τα έσοδα.
Οι λύσεις ήταν δυο: Στάση πληρωμών και μνημόνιο ή συμφωνία με εταίρους και μνημόνιο. 
Στάση πληρωμών 
Η πρώτη επιλογή ήταν η στάση πληρωμών και συμφωνία «κουρέματος» του χρέους με τους πιστωτές οι οποίοι, στη μεγάλη πλειοψηφία, ήταν ξένοι θεσμικοί (τράπεζες-ασφαλιστικά ταμεία) και ιδιώτες.
Στην περίπτωση αυτή το κράτος θα έπρεπε να μειώσει τις δαπάνες κατ’ αρχήν κατά 35 δισ. ευρώ ακαριαία και στη συνέχεια κατά το αντίστοιχο ποσό της μείωσης των εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού λόγω του σοκ που θα προκαλούσε στην οικονομία η χρεοκοπία της χώρας. 
Στην περίπτωση αυτή είναι σχεδόν σίγουρο πως θα προκαλούνταν ένα ντόμινο χρεοκοπιών τραπεζών και χωρών εν συνεχεία, ανάλογο με τη χρεοκοπία της Lehman Brothers.   
Στο εσωτερικό οι καταθέσεις στις τράπεζες θα αντιμετώπιζαν πρόβλημα, η ανεργία θα ήταν μεγαλύτερη και ενδεχομένως η χώρα θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει το ευρώ, προκειμένου να εκτυπώσει πληθωριστικό εθνικό νόμισμα με το οποίο το δημόσιο θα πλήρωνε μισθούς και συντάξεις ευτελούς αγοραστικής αξίας... 
Στην περίπτωση αυτή η χώρα θα είχε φθηνό εργατικό δυναμικό λόγω δραχμής, αλλά θα χρειαζόταν πολλά χρόνια αυστηρής δημοσιονομικής πολιτικής για να προσελκύσει ξένες επενδύσεις λόγω του φόβου της συναλλαγματικής αστάθειας.  
Η συμφωνία 
Οι εταίροι και ο διεθνής παράγοντας από το φόβο ενός ντόμινο επέβαλαν στην Ελλάδα μια συμφωνία ανάληψης του μεγαλύτερου μέρους του χρέους.  
Η συμφωνία αυτή προέβλεπε την εφαρμογή ενός μνημονίου με βάση το οποίο η Ελλάδα δεν θα παρήγαγε ελλείμματα άρα και νέο χρέος και θα δημιουργούσε συνθήκες οικονομικής ανάπτυξης, έτσι ώστε σε βάθος χρόνου να αποπληρώσει το χρέος ή έστω ένα μέρος αυτού. 
Με το μνημόνιο, η Ελλάδα δεν χρεοκόπησε τυπικά και οι δανειστές, τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία και ιδιώτες πήραν το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων τους πίσω. Οι ευρωπαίοι φορολογούμενοι φορτώθηκαν το ελληνικό χρέος, αλλά γλίτωσαν τις συνέπειες μιας διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης οι οποίες μπορεί να ήταν μεγαλύτερες.  
Με το μνημόνιο στην Ελλάδα οι μόνοι που δεν επλήγησαν καθόλου ήταν οι καταθέτες.
Οι ομολογιούχοι «κουρεύτηκαν», οι υπάλληλοι του δημοσίου και οι συνταξιούχοι είδαν μισθούς και συντάξεις να μειώνονται. Ο ιδιωτικός τομέας υπέστη μειώσεις μισθών και επλήγη από την ανεργία που έφτασε το 27%. 
Οι αρχικοί κανόνες του μνημονίου αυτού ήταν ιδιαίτερα αυστηροί και ενδεχομένως δεν οδηγούσαν σε βιώσιμη διέξοδο. Π.χ. τα αρχικά επιτόκια ήταν πολύ υψηλά και χαρακτηρίστηκαν σε κάποιες περιπτώσεις και τοκογλυφικά.
Μετά το μνημόνιο του 2012 αυτό διορθώθηκε και ο μέσος όρος των επιτοκίων έπεσε κάτω από το 2%.
Το μνημόνιο του 2012 προέβλεπε πως μόλις η Ελλάδα εμφανίσει πρωτογενές πλεόνασμα οι εταίροι θα διαπραγματευτούν με την Ελλάδα ξανά το χρέος. 
Οι λύσεις που ήταν πιθανό να προκύψουν ήταν η επιμήκυνση της αποπληρωμής του χρέους, τα ακόμη χαμηλότερα επιτόκια και η μείωση του ύψους του πρωτογενούς πλεονάσματος από το οποίο θα πληρώνονταν οι τόκοι του χρέους. (Αυτό που διαπραγματεύεται η σημερινή κυβέρνηση) 
Η συνηθισμένη πρακτική είναι τα κράτη να μην εξοφλούν ποτέ το χρέος αλλά να πληρώνουν μόνο τους τόκους. Το χρέος ανανεώνεται, ενώ αυτό που βγαίνει κάθε χρόνο από το δημόσιο ταμείο είναι οι τόκοι.
Το χρέος συνήθως «διαβρώνεται» με την αύξηση του ΑΕΠ και τον πληθωρισμό όταν υπάρχει η κατάλληλη πολιτική.
Αυτό που πέτυχε η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια ήταν να μειώσει το πρωτογενές έλλειμμα από περίπου 25 δισ. το 2009 σε πρωτογενές πλεόνασμα 2,9 δισ. το 2014.  
Από τις μεταρρυθμίσεις που θα οδηγούσαν στην ανάπτυξη ελάχιστες ολοκλήρωσε σωστά και αυτές που ολοκλήρωσε έρχεται η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ να τις καταργήσει, αν δεν οπισθοχωρήσει στις διαπραγματεύσεις. 
Η νέα κυβέρνηση
Η νέα κυβέρνηση αρχικά όσο ήταν στην αντιπολίτευση ζητούσε το «κούρεμα» του χρέους και κρατικοποιήσεις μεγάλων τομέων της οικονομίας. Αυτή ήταν μια στάση που οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια τη χώρα εκτός Ευρώ και την αναβίωση ενός οικονομικού μοντέλου τύπου Βουλγαρίας του Ζίβκωφ.  
Από την πρώτη εβδομάδα όμως η ηγετική τουλάχιστον ομάδα της κυβέρνησης έδειξε πως αλλάζει γραμμή πλεύσης. Συζητά τη διευθέτηση του χρέους χωρίς «κούρεμα» και κάποιες από τις αποκρατικοποιήσεις.
Ένα βασικό ζήτημα από το οποίο θα κριθεί η νέα κυβέρνηση είναι η αναδιάρθρωση του χρέους με τρόπο που η χώρα θα χρειάζεται μικρότερα πρωτογενή πλεονάσματα. Είναι αυτό που είχαν υποσχεθεί στην προηγούμενη από το 2012 και δεν το έπραξαν ενδεχομένως λόγω των πρόωρων εκλογών. 
Με βάση το τρέχον μνημόνιο η χώρα το 2014 έπρεπε να παρουσιάσει πρωτογενές πλεόνασμα 2,9% το οποίο προσδιοριζόταν στα 5,25 δισ. ευρώ. 
Άκουσα τον κ. Μάρδα νέο αναπληρωτή υπουργό των οικονομικών στη Βουλή πως αυτό ήταν στο τέλος του χρόνου περί τα 2,9 δισ. ευρώ λόγω της αναταραχής που έφερε στα έσοδα η προεκλογική περίοδος.
Αναλυτικά, το μνημόνιο προέβλεπε για το 2013 πρωτογενές πλεόνασμα 4,3 δισ. ευρώ (2,4% ΑΕΠ), το 2014 περί τα 5,25 δισ. ευρώ (2,9%) και το 2015 περί τα 7,4 δισ. ευρώ (4% του ΑΕΠ).
 
Στόχος της νέας κυβέρνησης είναι η νέα συμφωνία να έχει πρωτογενές πλεόνασμα 1-1,5% του ΑΕΠ. Δηλαδή με βάση το ΑΕΠ του 2014 στα 179 δισ. ευρώ ένα πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 1,8-2,68 δισ. ευρώ.
Στόχος του σχεδίου αυτού είναι να μην πηγαίνουν πολλά χρήματα για πληρωμή τόκων και να μένουν στο εσωτερικό για συντάξεις, μισθούς κλπ προκειμένου να στηριχθεί η ζήτηση.
Αυτό θα είναι επιτυχία αν το καταφέρει η κυβέρνηση... 
Από την άλλη πλευρά δεν αρκεί για να βάλει την ελληνική οικονομία σε βιώσιμη ανάπτυξη. Η Ελλάδα για να μπει σε βιώσιμη ανάπτυξη χρειάζεται μεταφορά πόρων από το δημόσιο και την οικονομία των εμπορικών εισαγωγών στον ιδιωτικό τομέα και την οικονομία των εξαγωγών που είναι υποτυπώδης.  
Προσεχώς η κυβέρνηση θα αντιμετωπίσει το πρόβλημα της μείωσης των κρατικών εσόδων σε επίπεδα κάτω του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού, είτε γιατί έχει καλλιεργήσει κλίμα αποφυγής πληρωμής φόρων, διοδίων λογαριασμών... είτε γιατί τα μέτρα που έχει προαναγγείλει παγώνουν την οικονομική δραστηριότητα με συνέπεια τη μείωση των κρατικών εσόδων σε σχέση με πέρυσι. 
Μια σοβαρή παράμετρος περαιτέρω αναστάτωσης της οικονομικής δραστηριότητας είναι η ρήξη με τους εταίρους που θα οδηγήσει την ΕΚΤ να κλείσει τις στρόφιγγες στις ελληνικές τράπεζες. Στην περίπτωση αυτή η κατάσταση μπορεί να φύγει εκτός ελέγχου, όχι μόνο για τον προϋπολογισμό, αλλά για πολλούς τομείς της οικονομίας και κοινωνίας. 
Στην κυβέρνηση κάνουν τις προβλέψεις τους με βάση το πρωτογενές του 2014 και ευελπιστούν πως θα το έχουν και το 2015. Η ψυχολογία της αγοράς όμως δεν συνηγορεί για κάτι τέτοιο.
Τα στοιχεία του οικονομικού ρεπορτάζ που δεν έχουν δημοσιευτεί ακόμη στα επίσημα στατιστικά δεδομένα δεν είναι καθόλου καλά. 
Η Ελλάδα για να φύγει από την κατάσταση χρεοκοπίας με βιώσιμο τρόπο χρειάζεται να δώσει μια απάντηση στο πρόβλημα 3 εκατ. συνταξιούχων έναντι 2,5 εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα συν 1,5 εκατ. ανέργων.  
Το άλλο πρόβλημα είναι πώς και σε πόσο χρόνο θα αλλάξουν επάγγελμα 1,5 εκατ. Έλληνες από μη καταναλωτικούς εισαγωγικούς τομείς σε τομείς της οικονομίας διεθνώς ανταγωνιστικούς και εξαγωγικούς.
Γι’ αυτά ούτε η κυβέρνηση ούτε η αντιπολίτευση έχουν κάποιο ρεαλιστικό σχέδιο. Όσο δεν έχουν οι μισθοί και οι συντάξεις θα συνεχίσουν να πέφτουν.

Κώστας Στούπας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου