11.10.15

Ο γόρδιος δεσμός του δημοψηφίσματος…



Η μόνιμη θεματική την οποία αναδεικνύουν όλοι οι απογοητευμένοι αντιμνημονιακοί είναι η «προδοσία» του Τσίπρα απέναντι στο «αντιστασιακό» ΟΧΙ του δημοψηφίσματος.
Κόμματα, ομαδούλες, άτομα, γενικότερα όλος ο χώρος της αριστεράς, εκτός της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ –ακόμα και στο ίδιο το εσωτερικό του , από ένα μέρος των «53»–, επιμένει από το πρωί μέχρι το βράδυ σε αυτό το επιχείρημα.




Έτσι όμως, ακόμα και όταν δεν πρόκειται απλώς για άλλοθι, αυτοεγκλωβίζονται σε ένα πλήρες αδιέξοδο ενώ εμποδίζουν και τους λοιπούς πολίτες, που παρασύρθηκαν από την αντιστασιακή ρητορεία, να ξεφύγουν από αυτή. Διότι, η συμμετοχή στο δημοψήφισμα και η επιλογή του ΟΧΙ, οδηγούν εν τέλει την πλειοψηφία στην αποδοχή των πεπραγμένων της κυβέρνησης, από τον Γενάρη του 2015, και ταυτόχρονα εξηγούν και την επικράτηση του στις εκλογές του Σεπτεμβρίου



Η αποδοχή της συμμετοχής σε ένα δημοψήφισμα κατάφωρα ψευδεπίγραφο (ελάχιστες δυνάμεις, όπως το ΚΚΕ ή το… Άρδην, επέλεξαν μια άρνηση συμμετοχής) οδηγεί στον εγκλωβισμό στη στρατηγική του Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ.
Διότι, η ίδια η κήρυξη του δημοψηφίσματος υπήρξε καταστροφική: Αυτή οδήγησε στο κλείσιμο των τραπεζών, τον έλεγχο των κεφαλαίων, την κατάρρευση της οικονομίας και εν τέλει στην υπογραφή ενός ακόμα πιο επώδυνου μνημονίου, εξαιτίας του καθολικού αδιεξόδου στο οποίο οδήγησε.
Η αποδοχή του δημοψηφίσματος, προϋποθέτει, επί πλέον, την αποδοχή των πεπραγμένων της κυβέρνησης Τσίπρα-Καμμένου, από τον Ιανουάριο, και ακόμα περισσότερο την αποδοχή της επιλογής επίσπευσης των εκλογών στις αρχές του 2015. Γι’ αυτό και, μέσω του δημοψηφίσματος, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ διεύρυνε την εκλογική της βάση και κατόρθωσε να επανεκλεγεί παρά την αποχή και τις απώλειες που είχε! Εάν όμως αποδεχτείς την κυβέρνηση Τσίπρα, στην πρώτη «αγωνιστική της φάση», του Βαρουφάκη και της Ζωής, η οποία ολοκληρώνεται πανηγυρικά με το δημοψήφισμα, τότε έχεις μεταβληθεί σε «συνιστώσα» του ΣΥΡΙΖΑ, κινείσαι στην εσωτερική λογική της κυβέρνησης και υποχρεωτικά οδηγείσαι και στη στήριξή της στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, όπως έκανε ένα μεγάλο μέρος των υποστηρικτών του ΟΧΙ, μια και «ο Τσίπρας και η χώρα δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς».
Έχεις πάψει έτσι να προτάσσεις το τι συνέβη στην πραγματική οικονομία και στους ανθρώπους, κατά τη διάρκεια της χειρότερης διακυβέρνησης που έχει γνωρίσει η Ελλάδα στη μεταπολίτευση, και μπαίνεις στην εσωτερική λογική της «αριστεράς». Ήταν μια «αριστερή κυβέρνηση» η κυβέρνηση Τσίπρα; Στον βαθμό που, επί τη βάσει συνθημάτων, Ποδέμος, Αλαίν Μπαντιού, Ταρίκ Αλί, Ερίκ Τουσαίν, Σλαβόι Ζίζεκ και… Ζωής Κωνσταντοπούλου, ήταν «αριστερή κυβέρνηση», τότε χαλάλι η ελληνική οικονομία, η Κύπρος, τα Σκόπια και οι Έλληνες!
Το δημοψήφισμα υπήρξε το αποκορύφωμα και η ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας, όπου η διάσταση ανάμεσα στα πραγματικά συμφέροντα της χώρας και την κυβέρνηση οδηγήθηκε στο απόγειό της. Και επειδή η πλειοψηφία του ελληνικού λαού έπεσε στην παγίδα της συμμετοχής και του ΟΧΙ, ήταν πολύ εύκολο, στη συνέχεια, ένα μεγάλο μέρος να αποδεχθεί την υπογραφή του μνημονίου, «μια και δεν υπήρχε διέξοδος». Εξάλλου, και όσοι είχαν ψηφίσει ΝΑΙ στο δημοψήφισμα, ήταν ήδη «χειρότεροι» μνημονιακοί.
Έτσι, οι τελευταίοι σημαιοφόροι του ΟΧΙ, ο Λαφαζάνης, η Ζωή Κωνσταντοπούλου, ο Μανώλης Γλέζος, η Ανταρσύα, το ΕΠΑΜ, η ΚΟΕ, κ.λπ., ηττήθηκαν κατά κράτος στις εκλογές του Σεπτέμβρη, παρότι ήθελαν να εμφανίζονται ως οι αυθεντικοί εκφραστές του 62% του δημοψηφίσματος. Και όμως, μέχρι σήμερα, τρεις βδομάδες σχεδόν μετά τις εκλογές, όλες οι κριτικές και «αυτοκριτικές» που έχει πραγματοποιήσει αυτός ο χώρος είναι εντελώς κενές και άνευρες και καταλήγουν ουσιαστικά σε αυτοδικαιολόγηση, διότι κινούνται μέσα στη λογική του ίδιου του σημερινού αντιπάλου τους, δηλαδή της κυβέρνησης, που στην πραγματικότητα είναι ένας frère ennemi («αδελφός εχθρός»).
Διότι, για να απορρίψεις τον σημερινό Τσίπρα, είσαι υποχρεωμένος να απορρίψεις τον Τσίπρα του 2012, τον Τσίπρα του Ιανουαρίου και κατ’ εξοχήν τον Τσίπρα του δημοψηφίσματος!



Γι’ αυτό, όσο δεν έχει γίνει μια αυτοκριτική στο συνολικό εγχείρημα ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ως ένα τυχοδιωκτικό εγχείρημα που στηρίζεται σε ξένες δυνάμεις και εξαπάτησε τον ελληνικό λαό, βύθισε ακόμα περισσότερο την οικονομία και τη γεωπολιτική θέση της χώρας, δεν θα υπάρχει δυνατότητα ενός αυθεντικού διαλόγου στον άλλοτε γεραρό αντιμνημονιακό χώρο, ανάμεσα στους υποστηρικτές αυτού του καταστροφικού εγχειρήματος –με όποιο πρόσχημα και δικαιολογία αν γίνεται– και εκείνους που, όπως εμείς, επιλέξαμε να αντιταχθούμε στην υπαρκτή αριστερά και τους Αμερικανούς σπόνσορές της, επιλέγοντας να συνταχθούμε απροκατάληπτα με τα προφανή και αυτονόητα συμφέροντα του ελληνικού λαού.
Όλοι όσοι κλαψουρίζουν σήμερα για την «προδοσία» του «μπόι» με τα σπασμένα αγγλικά, χωρίς να απορρίπτουν το συνολικό εγχείρημα, είναι καταδικασμένοι σε μια περιθωριακή και υποδεέστερη θέση έναντι του Τσίπρα, όπως συνέβαινε πάντα με τις αιρέσεις απέναντι στην κεντρική Εκκλησία.
Για να υπάρξει λοιπόν μια διαφορετική πορεία από τους «προδομένους», πρέπει να επιχειρήσουν μια συνολική αναθεώρηση, ιδεολογική, πολιτική, ακόμα και φιλοσοφική. Είναι ικανοί να την πραγματοποιήσουν οι «αριστεροί» επικριτές της σημερινής κυβέρνησης;
Σε ό,τι αφορά στα ηγετικά στελέχη αυτού του χώρου, αμφιβάλλω βαθύτατα, παρότι θα ήθελα να διαψευσθώ. Διότι, θα έπρεπε να προβούν σε μια αυτοκριτική αντιμετώπιση της πορείας των τελευταίων χρόνων.
Γι’ αυτό και προσπαθούν να περιορίσουν την ανάγκη μιας αυτοκριτικής αντιμετώπισης σε ανώδυνες αυτοκριτικές του τύπου, «Δεν διαγνώσαμε ενωρίτερα τις συστημικές αποκλίσεις της ηγετικής ομάδας και του Τσίπρα». Λες και ήταν δυνατή η κατάληψη της κυβερνητικής εξουσίας χωρίς αυτές τις συστημικές επιλογές – τις οποίες αποδέχονταν εξάλλου και οι ίδιοι οι σημερινοί επικριτές του και έκαναν τα στραβά μάτια όλα τα προηγούμενα χρόνια.
Όλα αρχίζουν από το 2012, όταν ο Τσίπρας προέταξε το περιβόητο, «Είμαστε η κυβερνώσα αριστερά». Ήταν φανερό, σε όποιον ήθελε να βλέπει την πραγματικότητα, πως, για την άνοδο στην εξουσία, στηριζόταν ταυτόχρονα σε δύο πυλώνες.
Από τη μία πλευρά στην κούραση του ελληνικού λαού, από τα δύο πρώτα χρόνια αντιμνημονιακού κινήματος, και τη διάθεση ανάθεσης σε κάποιον κομματικό σωτήρα και, δεύτερον, στη στήριξη στα ξένα λόμπι και τις μεγάλες δυνάμεις –κατ’ εξοχήν τις ΗΠΑ– εξ ου και οι επαφές με το ίδρυμα Σόρος, τη Γιάννα Αγγελοπούλου, τα ταξίδια στην Αμερική κ.λπ., κ.λπ.
Κατά συνέπεια, το εγχείρημα ήταν υπονομευμένο, ήδη από την αφετηρία του, και στις δύο συνιστώσες του.
Στον εσωτερικό πυλώνα, προϋπόθεση της ανάπτυξης της εκλογικής επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η αποδυνάμωση των λαϊκών κινητοποιήσεων και της αυτονομίας τους, η «πασοκοποίηση» του αντιμνημονιακού κινήματος. Και ως προς τον εξωτερικό πυλώνα, στηριζόταν στην απευθείας διαπλοκή με το εγχώριο και διεθνές σύστημα. Όταν, λοιπόν, η «αυτοκριτική» περιορίζεται σε επιχειρήματα του τύπου, «δεν ενισχύσαμε τον λαϊκό παράγοντα και δεν αποκαλύψαμε τις συστημικές παρεκβάσεις», αποκρύπτεται το γεγονός ότι η ίδια η σχέση με τον λαϊκό παράγοντα ήταν σχέση ανάθεσης και εκλογικίστικη, κινητοποιούσε τα βαθιά ριζωμένα πασοκικά αντανακλαστικά των μαζών, αποδυναμώνοντας τα υπαρκτά αντισυστημικά και δημοκρατικά τους στοιχεία. Γι’ αυτό εξάλλου οι σημερινοί επικριτές του Τσίπρα αποδέχτηκαν και οι ίδιοι τη μεταβολή του κόμματός τους σε αρχηγικό κόμμα και τη στήριξή του σε μέρος του εγχώριου και του διεθνούς συστήματος, διότι μόνον έτσι μπορούσαν να φτάσουν στην εξουσία.
Δηλαδή, ο δρόμος του Τσίπρα ήταν ο μοναδικός δρόμος προς την εξουσία. Και γι’ αυτό επιβραβεύτηκε εν τέλει στο ηροστράτειο έργο του και από έναν διαβουκολούμενο ελληνικό λαό. Γι’ αυτό και όλοι οι επικριτές του Τσίπρα, ο Παναγιώτης Λαφαζάνης, η Ζωή Κωνσταντοπούλου, ο Αντώνης Νταβανέλλος, ο Ρούντι Ρινάλντι, κ.λπ. κ.λπ., τον στήριζαν τα προηγούμενα χρόνια και συνέχισαν να τον στηρίζουν μέχρι τη στροφή της 13ης Ιουλίου.
Αυτή η αντιφατική πραγματικότητα αφορά και τον ίδιο τον λαϊκό παράγοντα: Το γεγονός δηλαδή ότι οι ίδιοι οι άνθρωποι που ψήφιζαν ΟΧΙ στο δημοψήφισμα είχαν επιλέξει στην πλειοψηφία τους μια αμφίβολη «λογική καναπέ» απέναντι στην κρίση και τα μνημόνια, εξηγεί και το πώς και γιατί, δύο μήνες μετά, ψήφισαν μαζικά υπέρ των μνημονιακών κομμάτων και κατεξοχήν των νεομνημονιακών, καταβαραθρώνοντας τους «αντιμνημονιακούς»!
Όσο λοιπόν επιμένει κάποιος στην ψευδοαντιστασιακή ιδεολογία του δημοψηφισματικού ΟΧΙ είναι ανίκανος να ξεφύγει από τον εγκλωβισμό του στο συνολικό εγχείρημα της ομάδας του Τσίπρα και των χορηγών του, οι οποίοι κατόρθωσαν, μέσα σε πέντε χρόνια, να εξαλείψουν τη δυναμική των «αγανακτισμένων» του 2011, που είχε όντως ανησυχήσει το εγχώριο και διεθνές σύστημα, και αυτό παρά την επιγενέστερη επιδείνωση της κρίσης και της εξαθλίωσης του ελληνικού λαού. Το εγχείρημα ΣΥΡΙΖΑ κατόρθωσε εν τέλει να τιθασεύσει, να απογοητεύσει και να διαλύσει αυτό το λαϊκό κίνημα, οδηγώντας το στην αποδοχή της ξένης εξάρτησης και των μνημονίων.
Γι’ αυτό και θεωρώ το δημοψήφισμα ως την υπέρτατη έκφραση αυτής της επιχείρησης εκφυλισμού του αντιμνημονιακού κινήματος, μέσα από τη διοχέτευσή του σ’ ένα αδιέξοδο και καταστροφικό ΟΧΙ, που άνοιγε στην πραγματικότητα τον δρόμο για την αποδοχή του ΝΑΙ στα μνημόνια, όχι μόνο από την πλειοψηφία των δύο κυβερνώντων κομμάτων, αλλά και από τη μεγάλη πλειοψηφία των ψηφοφόρων του Σεπτεμβρίου.
Μόνο το κόψιμο του γόρδιου δεσμού του δημοψηφίσματος και η μετάθεση του πεδίου αναφοράς, από το «τι συμφέρει στην αριστερά», στο «τι συμφέρει στον ελληνικό λαό», μπορεί να αποτελέσει την αποκλειστική αφετηρία για ανατοποθέτηση και για μια πραγματικά αυτοκριτική θέαση των γεγονότων των τριών τελευταίων χρόνων.

Γιώργος Καραμπελιάς 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου