Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα δάσος τόσο πυκνό, που ακόμα κι οι κουκουβάγιες χρειάζονταν χάρτη για να βρουν τον δρόμο τους, βασίλευε ένα λιοντάρι που το έλεγαν Άντον.
Στα νιάτα του ήταν θεόρατος, πανύψηλος, δυνατός, και τόσο φοβερός, ώστε όταν χασμουριόταν, οι λαγοί και τα ποντίκια έκαναν τρεις μέρες να ξαναβγούν από τις τρύπες τους.
Μια μέρα, όμως, ένα δηλητηριώδες φίδι εμφανίστηκε στο δάσος. Ένα φίδι με άσχημο παρελθόν, γνωστό για την αφιλία, και την αγνωμοσύνη του.
Ήταν τόσο επικίνδυνο, που τα ζώα έπαψαν να κυκλοφορούν.
Τα φοβισμένα πουλιά πετούσαν μόνο πάνω από τα δέντρα, οι σκαντζόχοιροι κυκλοφορούσαν με… κράνη, και οι αλεπούδες έκαναν πως δεν είχαν ακούσει τίποτα, κρυμμένες ολημερίς στις φωλιές τους.
Ο Άντον κατάλαβε πως κάποιος έπρεπε να κάνει κάτι.
Και το έκανε.
Έφαγε το φίδι.
Όχι επειδή πεινούσε. Ήταν χορτάτος…
Το έκανε όμως, για να σώσει το δάσος, και τα ζώα του.
Και εκείνα τον αποθέωσαν...
Το απεχθές φίδι, όμως, είχε αφήσει πίσω του δύο παιδιά!
Μια κακιασμένη κόμπρα, και έναν επιτήδειο βόα.
Η κόμπρα, αν και πάντα είχε ένα (σαν συρραμμένο) ψεύτικο χαμόγελο, ήταν φύσει μοχθηρή, ύπουλη, και περήφανη για το δηλητήριό της.
Ο βόας ήταν σμιλεμένος, πονηρός, αλλά όχι έξυπνος.
Είχε, βλέπετε, την κακή συνήθεια να θεωρεί τη σκέψη «περιττή πολυτέλεια», και δασκαλεμένος από μικρός από το κακό φίδι μπαμπά του, πίστευε πως ο κόσμος του ανήκε.
Τα δυο αδέλφια δεν ξέχασαν ποτέ τη ζημιά που προκάλεσε ο Άντον στον πατέρα τους.
«Θα πάρουμε εκδίκηση!» έλεγε η κόμπρα.
«Ναι!» έλεγε ο βόας.
«Και πώς;»
Ο βόας σκέφτηκε για λίγο...
«Υπομονή, έχει ο καιρός γυρίσματα»…
Πέρασαν τα χρόνια…
Το λιοντάρι γέρασε. Η χαίτη του άσπρισε, η όρασή του εξασθένησε, τα βήματά του βάρυναν, και το βρυχηθμό του πλέον έμοιαζε περισσότερο με βήχα, παρά με πολεμική ιαχή.
Παρά ταύτα, ήταν ακόμη μάχιμος.
Μάλιστα, όταν ο βόας βρέθηκε κάποτε παγιδευμένος σε μια χαράδρα, ο Άντον τον βοήθησε να βγει.
«Γιατί με βοηθάς;» ρώτησε ο βόας.
«Επειδή κινδύνεψες να χαθείς».
«Μα είμαι παιδί του φιδιού που έφαγες»!
Ο Άντον ανασήκωσε τους ώμους.
«Εσύ δεν φταις για τις πράξεις του μοχθηρού πατέρα σου»…
Έτσι, ο βόας σώθηκε, χάρη στο λιοντάρι.
Η κόμπρα, όμως, θεώρησε την καλοσύνη αδυναμία.
«Τώρα θα τον φάμε», ψιθύρισε στον αδελφό της. «Τώρα που γέρασε»…
Και ένα βράδυ, καθώς ο Άντον κοιμόταν κάτω από μια μεγάλη βελανιδιά, τα δυο φίδια του επιτέθηκαν ύπουλα.
Η κόμπρα όρμησε πρώτη, με τα δόντια της γυμνά.
Ο βόας τυλίχτηκε γύρω από το λιοντάρι.
«Τώρα θα πληρώσεις για τον πατέρα μας» σφύριξε η λυσσασμένη κόμπρα.
Το γέρικο λιοντάρι χαμογέλασε.
«Μπορεί να γέρασα… αλλά δεν μου έπεσαν τα δόντια»…
Και με μια απότομη κίνηση σηκώθηκε, τίναξε από πάνω του τον βόα, και πήρε φόρα για την κόμπρα.
Ο βόας δεν πρόλαβε να πει, ούτε να κάνει τίποτα… άλλωστε ήταν θρασύδειλος, όλοι το ξέρανε αυτό.
Η κόμπρα προσπάθησε να δαγκώσει τον Άντον.
Κακή ιδέα… πολύ κακή.
Ο έμπειρος Άντον απέφυγε το χτύπημα, άρπαξε την κόμπρα, και την πέταξε μακριά.
Ο βόας ξαναόρμησε…
Το λιοντάρι γύρισε, βρυχήθηκε, και του έδωσε ένα χτύπημα τόσο δυνατό, που ο βόας κατάλαβε επιτέλους, έστω και καθυστερημένα, γιατί τα λιοντάρια θεωρούνται βασιλιάδες.
Η μάχη ήταν σύντομη.
Τα δυο μοχθηρά αδέλφια δεν ξαναενόχλησαν ποτέ το δάσος.
Το επόμενο πρωί, τα ζώα βγήκαν από τις φωλιές τους.
Οι λαγοί πανηγύριζαν, οι μαϊμούδες χειροκροτούσαν, και οι κουκουβάγιες έκαναν πως τα είχαν προβλέψει όλα…
Ο Άντον ξάπλωσε κάτω από τη βελανιδιά, κουρασμένος, αλλά ήρεμος.
Ένα μικρό κουνελάκι τον πλησίασε.
«Βασιλιά, είσαι γέρος. Πώς κατάφερες να τους νικήσεις;»
Ο Άντον χαμογέλασε…
«Η ηλικία, μικρέ μου, μπορεί να σου πάρει την ταχύτητα, τη δύναμη, και την όρεξη για κυνήγι»…
Έδειξε τα δόντια του.
«Αλλά μερικά πράγματα δεν σου τα παίρνει»!
Και από εκείνη τη μέρα, το δάσος έζησε ξανά ειρηνικά.
Τα ζώα ήταν ασφαλή, τα πουλιά τραγουδούσαν, πετώντας ελεύθερα και χωρίς φόβο, και κανένα φίδι πλέον δεν πλησίαζε το δάσος, πόσο μάλλον τη βελανιδιά.
Και αν κάποιο νεαρό ζώο τολμούσε να κοροϊδέψει το γέρικο λιοντάρι, οι μεγαλύτεροι του έλεγαν: «Να θυμάσαι μικρέ, ποτέ μην τα βάζεις με έναν γέρο που έχει επιζήσει από όσα εσύ απλώς έχεις ακούσει»…
Και έτσι στο δάσος όλοι έμαθαν κάτι απλό!
Μην μπερδεύεις την ηλικία, και την καλοσύνη, με την
αδυναμία.
Και κυρίως, μην ξυπνάς το γέρικο λιοντάρι που κάνει πως κοιμάται…
Strange Attractor

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου