Είναι λοιπόν μια παρέα
που κάθεται σ’ ένα τραπέζι. Όλοι τρώνε, πίνουν, φλερτάρουν, αμπελοφιλοσοφούν,
κουτσομπολεύουν και γενικά περνούν καλά. Έρχεται λοιπόν κάποια στιγμή, ως
είθισται, και ο λογαριασμός, ο οποίος σίγουρα δεν είναι και μικρός, μια που το
τσιμπούσι ήταν πλούσιο.
Κι ενώ όλοι βγάζουν τα
πορτοφόλια τους για να πληρώσουν αυτό που τους αναλογεί, ένας της παρέας μένει
ακίνητος και ατάραχος. Μαζεύονται τα χρήματα και φυσικά δεν φτάνουν, κι όλοι
ζητούν από τον μπαταχτσή να δώσει κι αυτός το μερτικό του.
Οπότε εκείνος, αντί να
νιώσει άσχημα και να ψευτοδικαιολογηθεί που πήγε να επιβαρύνει τους υπόλοιπους,
κάνει κάτι άλλο. Όλο ύφος, τους αρχίζει ένα λογύδριο όπου τους λέει πως αυτός
είναι μάγκας κι αυτοί κορόιδα, πως σιγά μη κουβαλούσε λεφτά πάνω του, πως η
ταβέρνα δεν ήταν αντάξια του γούστου του, πως το ελληνικό φαΐ δεν αξίζει φράγκο
μπροστά στο ξένο, πως χάρη τους έκανε που έκατσε μαζί τους και τελικά πως αν ο
λογαριασμός ήταν σε χάντρες κι όχι σε ευρώ θα τον πλήρωνε, επειδή από δαύτες
έχει μπόλικες...
Αν τύχαινε σε σας κάτι
τέτοιο, τι θα κάνατε. Θα λέγατε «Μπράβο του που είναι θρασύς, κι εγώ την άλλη
φορά θα κάνω το ίδιο»; Ή μήπως «Δε θέλω να έχω ξανά παρτίδες μ’ αυτό τον τύπο,
που δε φτάνει που μας κλέβει, μας τη λέει κι από πάνω»; Αν ανήκετε στην πρώτη
κατηγορία, δεν νομίζω πως υπάρχει λόγος να διαβάσετε το υπόλοιπο κείμενο. Αν
όμως ανήκετε στη δεύτερη, ίσως το βρείτε ενδιαφέρον…