9.11.12

Η Ελλάδα χρειάζεται γενναίο κούρεμα του χρέους της.


Η Ελλάδα βυθίζεται εν μέσω απεργιών, κοινοβουλευτικών μαχών για τα μέτρα λιτότητας, και μια καταρρέουσα οικονομία αντιμέτωπη με υψηλά χρέη.
Η σημερινή κατάσταση στην Αθήνα είναι μια από τα ίδια, και θυμίζει τις ανάλογες κρίσεις χρέους των αναπτυσσόμενων χωρών της δεκαετίας του `80, και του `90.
Οι εμπειρίες δεκάδων υπερχρεωμένων χωρών στη Λατινική Αμερική και στην Αφρική, θα πρέπει να αποτελούν πολύτιμο δίδαγμα για τους διασώστες της Ελλάδας.


Το ΔΝΤ, και άλλα πλούσια κράτη προσπαθούσαν να σώσουν αυτές τις χώρες για πολλά χρόνια, μέσω βραχυπρόθεσμων δανείων. Οι πιο υπερχρεωμένες όμως από αυτές τις χώρες, άρχισαν να συνέρχονται, μόνο όταν τα χρέη τους, ακόμη και αυτά προς τους επίσημους πιστωτές τους, κουρεύτηκαν.
Στην Ευρώπη,  η Πολωνία αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα, αφού η οικονομία της ανέκαμψε στην δεκαετία του 1990, μόνο αφού οι δανειστές της, της έδωσαν μια ακόμη ευκαιρία.
Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε παρόμοια θέση. Αν μπορέσει η κυβέρνηση να περάσει τον προϋπολογισμό του 2013, μια νέα εισροή χρημάτων θα την σώσει από την άμεση καταστροφή.
Η όλη οικονομία της όμως δεν θα συνέλθει, αν δεν υπάρξει περαιτέρω ανακούφιση από τα χρέη.
Για να γίνει αυτό, χρειάζεται σε γενικές γραμμές να ακολουθηθεί μια διαδικασία δύο μερών: Πρώτον, να συμφωνηθεί μείωση του χρέους εφόσον εκπληρωθούν κάποιοι συγκεκριμένοι στόχοι. Στην συνέχεια, να μειωθεί το χρέος, σε φάσεις, μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Η Ελλάδα είναι πτωχευμένη. Πριν από κάποιους μήνες, οι ιδιώτες ομολογιούχοι δέχθηκαν κούρεμα ύψους 50%. Η συμφωνία όμως αυτή δεν συμπεριλάμβανε τα ελληνικά ομόλογα που διακατέχει η ΕΚΤ. Για δυο περίπου χρόνια, οι διασώστες της Ελλάδας παρίσταναν ότι η χώρα είναι οικονομικά εντάξει, και της παρείχαν δάνεια για να αποπληρώσει τους ομολογιούχους στο 100% της αξίας των ομολόγων τους.
Σήμερα, περισσότερο από το 70% του ελληνικού χρέους οφείλεται σε επίσημους πιστωτές, δηλαδή σε ευρωπαϊκά κράτη, και στο ΔΝΤ.
Οι πιθανότητες αποπληρωμής του όμως βυθίζονται, όπως βυθίζεται και η ελληνική οικονομία.
Οι επίσημες προβλέψεις θέλουν το χρέος να ξεπερνά το 190% του ΑΕΠ το 2014, δηλαδή 30% περισσότερο από ότι είχε προβλέψει το ΔΝΤ πριν από μερικούς μήνες. Αν δεν υπάρξει περαιτέρω ανακούφιση, το χρέος αυτό αποκλείεται να εξυπηρετηθεί.
Σε ιδιωτικό επίπεδο, οι περισσότεροι Ευρωπαίοι συμφωνούν με τα παραπάνω. Δημοσίως όμως το αρνούνται. Η Γερμανία δέχεται τώρα να προσφέρει περισσότερο χρόνο στην Αθήνα για να εφαρμόσει τα νέα μέτρα, αλλά δεν συζητά καθόλου την μείωση του χρέους.
Πολιτικά, η στάση αυτή είναι κατανοητή. Το Βερολίνο ανησυχεί πως αν μειώσει το χρέος της, η Ελλάδα δεν θα έχει κίνητρο για να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις. Και κάτι τέτοιο θα εξόργιζε τους Γερμανούς ψηφοφόρους οι οποίοι και θα τιμωρούσαν την κυβέρνηση της Μέρκελ στις επόμενες εκλογές.
Οικονομικά, πρόκειται για καταστροφή. Όσο οι πάντες γνωρίζουν πως η χώρα δεν μπορεί να ξοφλήσει τα χρέη της, τότε αποκλείεται από τις ιδιωτικές αγορές ομολόγων, και οι αυξανόμενες αμφιβολίες για το αν θα μπορέσει ποτέ να πληρώσει, θα αποτρέπουν τις οποιεσδήποτε μελλοντικές επενδύσεις. Κάτι τέτοιο θα επιβραδύνει και την ιδιωτικοποίηση της κρατικής περιουσίας, που αποτελεί το επίκεντρο της ελληνικής στρατηγικής ανάκαμψης.
Για αυτό η Ελλάδα χρειάζεται μια νέα συμφωνία μείωσης του χρέους της.
Οι επίσημοι δανειστές της, ειδικά οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και η ΕΚΤ, θα πρέπει να χαράξουν ένα νέο σχέδιο μείωσης του ελληνικού χρέους, με παράλληλα κίνητρα για διαρθρωτικές αλλαγές.
Ένα μοντέλο θα μπορούσε να είναι η πρωτοβουλία HIPC, που ίσχυσε το 1996, όταν οι δανειστές συμφώνησαν να μειώσουν τα χρέη κάποιων υπερχρεωμένων χωρών, αν αυτές εφάρμοζαν μεταρρυθμίσεις με σκοπό την μείωση της φτώχιας.
Ένα άλλο μοντέλο θα μπορούσε να είναι αυτό της δημοκρατικής Πολωνίας, η οποία είχε δημιουργήσει τεράστια χρέη επί κομμουνισμού, αλλά το 1991 οι δανειστές της τα μείωσαν, με αντάλλαγμα την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων.
Κάτι ανάλογο μπορεί να γίνει και με την Ελλάδα. Αν δηλαδή η χώρα προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις, τότε τα χρέη της θα μπορούν να μειωθούν σε φάσεις, μέχρι ενός σημείου όπου θα ήταν βιώσιμα, π.χ. στο 120% του ΑΕΠ ως το 2020.
Έτσι, η Μέρκελ θα μπορούσε να είναι εντάξει απέναντι στους ψηφοφόρους της, και η ΕΚΤ να αποδεχτεί όρους όμοιους με αυτούς που αποδέχτηκαν οι ιδιώτες δανειστές της Αθήνας.
Υπάρχουν όμως και επιπλοκές σε κάτι τέτοιο. Το ΔΝΤ για να συμμετάσχει στο σχέδιο HIPC, χρειάστηκε να πουλήσει χρυσό.
Και επειδή ακόμη και σήμερα, η Ελλάδα είναι πιο πλούσια από τα περισσότερα κράτη μέλη του ΔΝΤ, οι πιστώτριες χώρες της Ευρώπης θα πρέπει να επιβαρυνθούν την μείωση του χρέους της.
Η Ελλάδα μπορεί να αποτύχει στην εκπλήρωση των στόχων της, όμως η χάραξη ενός σχεδίου για την βιωσιμότητα του χρέους θα ήταν ισχυρό κίνητρο, και οι Έλληνες θα πείθονταν επιτέλους ότι μπορεί να βγουν από την κρίση. Παράλληλα, και οι πιστωτές θα μπορούσαν να επενδύσουν σ αυτήν με μια μεγαλύτερη βεβαιότητα. Θα δημιουργούνταν δηλαδή ένα θετικό κλίμα εμπιστοσύνης και ανάπτυξης.
Χωρίς κάτι τέτοιο, οι προοπτικές της Ελλάδας είναι σκοτεινές.

S.A.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου