16.10.26

Δύο λαοπλάνοι πρωθυπουργοί, και ένας λαός που στο τέλος πάντα πληρώνει τον λογαριασμό…

Η σύγχρονη πολιτική ιστορία της μπανανίας μας (που δεν βγάζει καν μπανάνες, αν και κάποιοι επιδοτούνται αδρά γι’ αυτές)  έχει προσφέρει πολλές αφορμές για προβληματισμό, αλλά δύο περιπτώσεις ξεχωρίζουν για τον τρόπο με τον οποίο η πολιτική επικοινωνία μπορεί να μετατρέψει τις προσδοκίες σε εξουσία, και το τίποτα να γίνει κυρίαρχο.

Ο Αλέξης, το γελαστό παιδί, που εμφανίστηκε ως ο ανατρεπτικός εκφραστής της Αριστεράς, ο ημιμαθής Τσε Παπάρα των Βαλκανίων, και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο ανέμελος γόνος, που επένδυσε (με μπόλικα χρήματα των φορολογουμένων) στην εικόνα του (δήθεν) τεχνοκράτη εγγυητή της (δήθεν) σταθερότητας. 

Διαφορετικές αφετηρίες, διαφορετικά συνθήματα, αλλά ένα κοινό ερώτημα… πόσο απέχει τελικά η πολιτική βιτρίνα από την κυβερνητική πραγματικότητα;

Ή αλλιώς, πόσο χαχόλοι είμαστε όλοι εμείς οι ψηφοφόροι της Γρεκίας;

Ο πρώτος πούλησε την ελπίδα.

Ο δεύτερος πουλάει τη σταθερότητα…

Και στις δύο περιπτώσεις, ο μελανιασμένος πολίτης καλείται να αναρωτηθεί τι ακριβώς αγόρασε. Τι έγινε ρε παιδιά; Αναρωτιέται…

Ο Αλέξης  ανέβηκε στην εξουσία ως εκπρόσωπος μιας (αγανακτισμένης) καλομαθημένης γενιάς, που γαλουχήθηκε στο «λεφτά υπάρχουν», και η οποία δεν μπορούσε να αντιληφτεί το τι έγινε και ξαφνικά η χώρα κινδύνευε με την απόλυτη χρεοκοπία.

Υποσχόταν λοιπόν να σκίσει τα μνημόνια, να τσακίσει τους «κακοί κσαίνοι τοκογλύφοι», να στείλει αδιάβαστη τη «μαντάμ Μέρκελ», να ανατρέψει τους συσχετισμούς στην Ευρώπη, και να αποκαταστήσει την αξιοπρέπεια μιας κοινωνίας εξαντλημένης από τη λιτότητα.

Με πολιτικό κεφάλαιο την αγανάκτηση, που λέγαμε, και με όπλο την υπόσχεση ότι υπάρχει εύκολη έξοδος από μια εξαιρετικά δύσκολη πραγματικότητα, έπεισε εκατομμύρια ζαλισμένους πολίτες πως η πολιτική βούληση και τα μεγάλα λόγια αρκούν για να εξαφανίσει τους οικονομικούς περιορισμούς, και να μας κάνει ξανά μυθική Σάνγκρι Λα… με τους πολίτες να αφήνουν τις Καγιέν τους ξεκλείδωτες!

Πολίτες, που στο πρόσωπό του δεν έβλεπαν έναν ακόμη ανερμάτιστο δήθεν επαναστάτη, αλλά την ελπίδα του… Γένους!

Η πραγματικότητα, όμως, δεν διαβάζει προεκλογικά φυλλάδια, ούτε παρασύρεται από τις μεγαλοστομίες και τις φανφάρες του Στρατούλη, και του Δρος Μπαρουφάκη… τους θυμόσαστε;

Το 2015 λοιπόν,  η χώρα έφτασε σε οριακή σύγκρουση με τους Ευρωπαίους εταίρους, επιβλήθηκαν κεφαλαιακοί περιορισμοί, και το ενδεχόμενο εξόδου από το ευρώ βρέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, μαζί με το ενδεχόμενο να ζούμε στο εξής με συσσίτια, και ανθρωπιστική βοήθεια του ΟΗΕ.

Το δημοψήφισμα, με το ηχηρό και περήφανο «Όχι», δημιούργησε την προσδοκία μιας ιστορικής ανατροπής.

Λίγες ημέρες αργότερα όμως, η κυβέρνηση Συριζανέλ, αποδέχθηκε ένα νέο πρόγραμμα χρηματοδοτικής στήριξης από πλευράς «τοκογλύφων», με ιδιαίτερα σκληρούς όρους… όρους οι  οποίοι σε σχέση με τα προηγούμενα μνημόνια των «γερμανοντυμένων σαμαροβενιζέλων» ήταν αβάσταχτοι.

Ο Αλέξης μίλησε για σύγκρουση με την πραγματικότητα, και παραδέχθηκε πως δεν γνώριζε την δύναμη του χρήματος… τόσο οξύνους δηλαδή!

Η πολιτική κυβίστηση βαφτίστηκε αναγκαστικός συμβιβασμός.

Οι υποσχέσεις υποχώρησαν μπροστά στους συσχετισμούς, ενώ η κοινωνία κλήθηκε να πληρώσει το κόστος της σύγκρουσης, και της αβεβαιότητας.

Το πρόβλημα δεν ήταν ότι μια κυβέρνηση αναγκάστηκε να συμβιβαστεί. Στην πολιτική, οι συμβιβασμοί είναι συχνά αναπόφευκτοι.

Το πρόβλημα ήταν η χαώδης απόσταση ανάμεσα στις βεβαιότητες που καλλιεργήθηκαν πριν από την εξουσία, και στις αποφάσεις που ελήφθησαν όταν ήρθε η ώρα του λογαριασμού… επ’ αυτού ρωτήστε και τους συνταξιούχους, που ψήφισαν Αλέξη με δυο χέρια!

Η (δήθεν) Αριστερά, που υποσχόταν ότι θα αλλάξει την Ευρώπη, ανακάλυψε ότι τελικά η διακυβέρνηση δεν είναι φοιτητική συνέλευση, ούτε η οικονομία σκηνικό για επαναστατικές ζυμώσεις, και χαζοχαρούμενες παραστάσεις.

Στη συνέχεια, είχαμε τον Κυριάκο…

Έναν Κυριάκο που ακολούθησε διαφορετικό δρόμο.

Με το πολιτικό βάρος ενός γνωστού οικογενειακού ονόματος, και την εικόνα του οργανωμένου, τεχνοκρατικού διαχειριστή, υποσχέθηκε κανονικότητα, ανάπτυξη, μεταρρυθμίσεις, και αποτελεσματικό-επιτελικό  κράτος.

Εκεί όπου ο Τσίπρας υποσχόταν ρήξη, ο Μητσοτάκης υποσχόταν τάξη.

Εκεί όπου ο πρώτος επένδυε στην οργή, ο δεύτερος επένδυσε στον φόβο της αστάθειας…

Η πολιτική κληρονομιά δεν αποτελεί από μόνη της ούτε ενοχή, ούτε προσόν. Απλά ένα διαβατήριο για την πανεύκολη αναρρίχηση στην εξουσία, ασχέτως ικανοτήτων.

Ένα έργο που στην Ελλάδα το έχουμε δει επανειλημμένως, μιας και τα 2/3 των πρωθυπουργών μετά την κατοχή, ήταν γόνοι. Τόσο καλά…

Αλλά όταν η οικογενειακή πολιτική διαδρομή συναντά την εξουσία, το αποτέλεσμα είναι συνήθως φαιδρό, και πολύ επικίνδυνο (θυμόσαστε τον ΓΑΠ;)

Η τεχνοκρατική και επικοινωνιακά κατασκευασμένη εικόνα δεν μπορεί να υποκαθιστά την σκληρή αξιολόγηση της ακόμη πιο σκληρής καθημερινότητας.

Και εδώ αρχίζουν οι αντιφάσεις… 

Μια κυβέρνηση που αυτοπροσδιορίζεται ως «φιλελεύθερη»,  εκσυγχρονιστική, και μεταρρυθμιστική, καταφεύγει κυρίως σε επιδόματα-ψίχουλα, και έκτακτες ενισχύσεις, για ορισμένους μόνο «δικαιούχους»,  για να ανακουφίσει τα χειμαζόμενα νοικοκυριά από την ακρίβεια, που επί των ημερών της έπιασε ταβάνι.

Τα επιδόματα μπορεί να προσφέρουν πραγματική βοήθεια σε ανθρώπους που δυσκολεύονται να βγάλουν τον μήνα. Δεν αποτελούν, όμως, από μόνα τους αναπτυξιακή στρατηγική, ούτε θεραπεύουν τις αιτίες της ακρίβειας.

Όταν οι τιμές πιέζουν διαρκώς τα εισοδήματα, το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα χρήματα επιστρέφει περιστασιακά το κράτος σε κάποιους μόνο πολίτες. Είναι το γιατί ο πολίτης χρειάζεται συνεχώς αυτή την επιστροφή για να επιβιώσει;

Και όταν στην μπανανία μας η αγορά χαρακτηρίζεται από υψηλή συγκέντρωση, τραστ και καρτέλ, περιορισμένο ανταγωνισμό, ή επίμονες και εν πολλοίς αδικαιολόγητες ανατιμήσεις, η κυβέρνηση οφείλει να αποδεικνύει ότι ελέγχει αποτελεσματικά την ισχύ των μεγάλων επιχειρήσεων, με τις οποίες όμως κυβερνά σε αγαστή συνεργασία.

Οι καταγγελίες περί εξυπηρέτησης των ντόπιων καρτέλ, και των ισχυρών οικονομικών συμφερόντων είναι καθημερινές, και η δικαιολογία ότι για όλα φταίνε οι… Χούθι, πλέον δεν πείθει.

Βέβαια, τόσο ο Κυριάκος, όσο και τα φίλια προς αυτόν ΜΜΕ καλά τα λένε. Ειδικά ο Κυριάκος τα λέει πολύ καλά, όπως ακριβώς του τα υπαγορεύουν τα ισχυρά συμφέροντα που εξυπηρετεί.

Η πολιτική, όμως, δεν μπορεί να κρίνεται μόνο από τις προθέσεις που επικαλείται. Κρίνεται και από το ποιος ωφελείται, ποιος επιβαρύνεται, και ποιος τελικά πληρώνει τον λογαριασμό…

Ένας υψηλός λογαριασμός, που από την δήθεν ελπίδα του Αλέξη, ως την μαϊμού σταθερότητα του Κυριάκου, παραμένει ο ίδιος και αναλλοίωτος.

Ο Τσίπρας ζήτησε λευκή επιταγή στο όνομα της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Ο Μητσοτάκης ζήτησε εμπιστοσύνη στο όνομα της σταθερότητας.

Ο ένας δοκιμάστηκε στη σύγκρουση με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Και απέτυχε…

Ο άλλος κρίνεται από τη διαχείριση της οικονομίας, τη λειτουργία των θεσμών, τον ανταγωνισμό, και την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Και αποτυγχάνει καθημερινά…

Δεν είναι ίδιες οι πολιτικές τους, έχουν όμως το ίδιο αποτέλεσμα… ο λαός να υποφέρει.

Διότι  η Ελλάδα δεν χρειάζεται ούτε επαγγελματίες της ελπίδας, ούτε εμπόρους της σταθερότητας.

Χρειάζεται κυβερνήσεις που να εξηγούν τι μπορούν να κάνουν, να αναλαμβάνουν την ευθύνη όταν αποτυγχάνουν, και να μη συγχέουν την επικοινωνιακή επιτυχία με την κοινωνική πρόοδο.

Το πραγματικό σκάνδαλο δεν είναι ότι δύο διαφορετικοί, ανίκανοι, και ανερυθρίαστοι καιροσκόποι πολιτικοί έφτασαν στο Μέγαρο Μαξίμου.

Είναι ότι κάθε φορά η κοινωνία περπατάει σε τεντωμένο σκοινί, και κινδυνεύει να εγκλωβιστεί ανάμεσα σε μεγάλες υποσχέσεις και μικρές διορθώσεις, ανάμεσα σε πανηγυρικές εξαγγελίες, και σε… επιδόματα περιορισμένης και προσωρινής ανακούφισης.

Και όσο ο απλός πολίτης πληρώνει τον τελικό λογαριασμό, η πολιτική εξουσία εξακολουθεί να παρουσιάζει την επόμενη υπόσχεση ως καινούργια αρχή.

Ειδικά όταν ένας αποτυχημένος πολιτικάντης επανέρχεται δριμύτερος, αμετανόητος, με νέα αμφίεση, υποσχόμενος ξανά να μας σώσει…

Στην Ελλάδα, φαίνεται, αλλάζουν οι πρωθυπουργοί, αλλά η διαφημιστική καμπάνια της εξουσίας παραμένει σχεδόν ίδια, όπως ίδια παραμένει και η αφέλεια των ψηφοφόρων, που δεν μαθαίνουν από τα λάθη τους…

Οπότε, γίνουν δεν γίνουν εκλογές, αν κρίνω από τους κυρίαρχους υποψήφιους σωτήρες, τον ήπιαμε διά μίαν ακόμη φοράν!

Και σε άλλα με υγεία… 

Strange Attractor

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου